Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Και δίχως να σωπαίνεις…

Γ. Ρίτσος, «Επιτάφιος»

Το 1936, στ’ απόνερα της παγκόσμιας κρίσης, υπήρξε οριακή χρονιά για το εργατικό κίνημα στην Ελλάδα. Κίνημα που έπρεπε να βρει τρόπο να αντισταθεί στην τεράστια οικονομική κρίση του καιρού και στις διώξεις ενός καθεστώτος στο οποίο βενιζελικοί και βασιλόφρονες έμπλεκαν σε έναν άτυπο εμφύλιο γύρω από το κίνημα των απόστρατων «δημοκρατικών αξιωματικών» του 1935.

Σε κλάδους όπως στους καπνεργάτες η ανεργία προσεγγίζει κατά τόπους το 100% και σε συνδυασμό με την κακοκαιρία δημιουργεί «ορδές απελπισμένων». Γίνονται πανεργατικές συγκεντρώσεις αλλά στη Λέσβο ξεσπά εργατική εξέγερση.

Επιτροπές ανέργων, εργατικά σωματεία, γυναίκες, άνδρες και παιδιά πηγαίνουν στον γενικό διοικητή του νησιού, Λέκα, ζητώντας επιδόματα για να μπορέσουν να επιβιώσουν. Ο διοικητής τούς ζητά υπομνήματα να τα στείλει στην Αθήνα.

Στα χωριά και στη χώρα, οι πεινασμένοι συντηρούνται με βοηθήματα. Οπως επισημαίνει ο Λαμπρόπουλος αντιγράφοντας από τον «Ριζοσπάστη» της εποχής: «σε μερικά χωριά… αναγκάστηκαν οι αρχές να δίνουν επί τρεις ημέρες μισή οκά ψωμί και 5 δραχμές την ημέρα σε κάθε οικογένεια ανέργων και απόρων.

Στην Αγιάσο η κοινότητα αναγκάστηκε να ψηφίσει ένα κονδύλι από 8.000 δραχμές και άλλες 5.000 η εκκλησία. Μέσα στη Μυτιλήνη ο δήμαρχος αναγκάστηκε να μοιράζει μερικά δεκάρικα για να καλμάρει λίγο την αγανάκτηση των ανέργων».

Στις 10 Φλεβάρη μια πορεία ανέργων κατέληξε στο δημαρχείο, ζητώντας «ψωμί ή δουλειά». Παρέδωσαν στον δήμαρχο Μάντρα καταλόγους με ονόματα ανθρώπων σε άμεση ανάγκη. Παρά την υπόσχεσή του πως θα τους έδινε «απάντηση ή βοήθεια» εξαφανίστηκε, προκαλώντας έτσι πορεία προς το σπίτι του.

Αποδεικνύοντας την ασχετοσύνη της ηγεσίας σε πραγματικές συνθήκες ζωής πρότεινε με θράσος οι εργάτες να παραχωρήσουν τη θέση τους μία ημέρα την εβδομάδα στους ανέργους, λες κι έτσι θα μπορούσαν να επιβιώσουν. Μπροστά στην αγανάκτηση των συγκεντρωμένων, αναγκάστηκε να μοιράσει από 25 δραχμές σε 60 ανέργους, υποσχόμενος νέα απάντηση «ώς τις 3 το μεσημέρι».

Στις τρεις, πάνω από 1.000 άτομα, άνεργοι, γυναίκες και παιδιά, μαζεύτηκαν στο δημαρχείο. Οι χωροφύλακες που βρίσκονταν εκεί άρχισαν να διώχνουν βίαια τους συγκεντρωμένους, χρησιμοποιώντας ακόμη και πυροβολισμούς.

Ο κόσμος απάντησε με πέτρες κυνηγώντας τους χωροφύλακες. Τραυματίστηκαν οι εργάτες Τσουκαλάκης, Τζαβέλας και ένας ακόμη που παρέμεινε «ανώνυμος». Μπροστά στους πυροβολισμούς και στο κυνηγητό πολλοί «έκλεισαν τα μαγαζιά τους και ενώθηκαν με τους συγκεντρωμένους», νεκρώνοντας το νησί επί δύο μέρες. Τρεις μήνες αργότερα θα ξεσπούσε ο τραγικός Μάης της Θεσσαλονίκης, σημαδεύοντας όχι μόνο μια πόλη αλλά και μια χώρα ολόκληρη.