Κώστας Γαλανόπουλος*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Διάφορα χαριτολογήματα περί δημοκρατίας εμφανίζονται συχνά-πυκνά στον δημόσιο λόγο, συνήθως με τη μορφή παρεφθαρμένων αποφθεγμάτων, όπως «η δημοκρατία είναι το καλύτερο από τα χειρότερα πολιτεύματα» ή «είναι πολύ τέλεια για τους ανθρώπους».

Συνήθως, μέσω τέτοιων αφοριστικών διατυπώσεων αφήνεται να εννοηθεί μια σκωπτική αμφισβήτηση, στωικότατα εκφραζόμενη, της ίδιας της δημοκρατικής ιδέας διά της επισήμανσης των όποιων ατελών πλευρών της.

Η κορωνίδα αυτών των αφορισμών, λόγω της σοφιστικέ διατύπωσής της αλλά και του επιπλέοντος βάθους της, είναι η διαφόρων παραλλαγών απόφανση πως «η δημοκρατία δεν κινδυνεύει παρά μόνο από τον εαυτό της».

Τη διαπίστωση αυτή, συνοδό της δημοκρατικής ιδέας από τις απαρχές της, τη συναντάμε και σε πιο συστηματικές εκφράσεις της:

«[Η εκλογή Τραμπ επιβεβαιώνει ότι] η δημοκρατία είναι εγγενώς ευάλωτο πολίτευμα- τίποτα δεν μπορεί να προστατεύσει έναν λαό από τα πάθη του»¹.

Κατανοητή η επαναφορά της, ειδικά εφόσον αυτή επικαιροποιείται ως πολιτικά χρησιμότατη κοινή συνισταμένη των αντι-λαϊκιστικών ρητορικών, ακατανόητη, παρ’ όλα αυτά, η εσωτερική λογική της.

Πώς είναι δυνατόν κάτι να κινδυνεύει, να υπονομεύεται από τον θεμελιώδη, και μοναδικό, όρο του;

Δηλαδή, πώς μπορεί να γίνει κατανοητή η άποψη πως ο κίνδυνος για την πολιτειακή έκφραση της λαϊκής κυριαρχίας προέρχεται από την ίδια την κυριαρχία του λαού;

Θα περίμενε κανείς πως το ότι επιμένουμε σε αυτή τη μορφή πολιτεύματος είναι διότι το αντίθετό της, ο ελιτισμός, στις διάφορες μορφές του, είναι πολύ περισσότερο προβληματικός.

Αντιθέτως όμως, το θεμελιώδες αυτό ελάττωμα της δημοκρατίας δεν θεραπεύεται παρά μέσω της εισαγωγής του βασικού χαρακτηριστικού της αντίπαλης ιδέας:

«Καθήκον του υπεύθυνου ηγέτη είναι να διακρίνει την αναγκαία συναίνεση των πολιτών από τη στιγμιαία παρορμητική διάθεσή τους», γεγονός που οι Ιδρυτές Πατέρες των Ηνωμένων Πολιτειών είχαν κυρίως κατά νου, όπως ο συγγραφέας του άρθρου μας υπενθυμίζει αλιεύοντας από τα Federalist Papers.

Αυτό όμως που παραλείπεται να ειπωθεί είναι πως η διαμάχη που παρήγαγε αυτά τα κείμενα, μεταξύ φεντεραλιστών και αντιφεντεραλιστών, αφορούσε ακριβώς τους υπαρκτούς και λογικότατους φόβους για το τι μια ενδεχόμενη ενδυνάμωση της κεντρικής κυβέρνησης θα σήμαινε για τις ατομικές και πολιτικές ελευθερίες του λαού, και όχι φυσικά το αντίθετο.

Η καχυποψία, ο φόβος και η απέχθεια έναντι των λαϊκών τάξεων προφανώς υπήρχαν στη σκέψη πολλών εκ των Ιδρυτών Πατέρων, η ίδια η Επανάσταση, όμως, ως πολυεπίπεδο, πολυδύναμο και εκ των πραγμάτων αντιφατικό κοινωνικό συμβάν περιείχε, εξέφραζε και αποτελούσε και έκφραση σημαντικότατων εξισωτικών ρευμάτων.

Είναι αυτό που επιτρέπει στον Τζέφερσον να διερωτάται: «Λέγεται πως δεν μπορούμε να εμπιστευτούμε στον άνθρωπο τη διακυβέρνηση του εαυτού του, πόσο μάλλον και επί των άλλων! Μήπως, όμως, έχουμε βρει αγγέλους με τη μορφή βασιλιάδων για να τον κυβερνούν»;².

Οχι, φυσικά, και η σημαντικότητα της Αμερικάνικης Επανάστασης δεν έγκειται στη σοφή θεσμική εξισορρόπηση των λαϊκών παθών με τον ορθολογισμό των ελίτ, αλλά στον ρόλο της ως βασικού σταθμού στην πορεία θεμελίωσης και ρίζωσης της πολιτικής κυριαρχίας στο μόνο έδαφος που αυτό είναι δυνατόν, στο σύνολο των πολιτών.

Και είναι η ενεργούσα παρουσία αυτών των δημοκρατικών και εξισωτικών τάσεων που επέβαλε τη θέσμιση εγγυήσεων, όχι φυσικά για να διασφαλιστεί απλώς ότι «το αξίωμα του προέδρου δεν θα πέσει σε κάποιον που δεν θα είναι εξόχως προικισμένος με τα απαραίτητα προσόντα», αλλά για να αποφευχθεί ο «κίνδυνος που μπορεί να προκύψει από κάποια ανώτερη τάξη»³, δηλαδή ο μόνος κίνδυνος που μπορεί να απειλήσει τη δημοκρατία, η ύπαρξη και γιγάντωση των αντιδημοκρατικών εκφράσεων και πρακτικών.

Καθώς η δημοκρατική σκέψη αναγνωρίζει πως δεν είναι δυνατή μια μερική (κοινωνικά) ανθρωπολογία, ειδικά όταν αυτή φέρει αρνητικό πρόσημο.

Αναγνωρίζοντας, επιπλέον, πως αυτή η ανθρωπολογική μειονεξία εκφράζεται ως παρόρμηση και θέληση κυριάρχησης, δηλαδή ως ανισομερής και ετεροβαρής συγκέντρωση δύναμης σε μεμονωμένα άτομα ή τάξεις, εισηγείται το βάθεμα της δημοκρατίας, δηλαδή την όλο και μεγαλύτερη συμμετοχή του συνόλου των πολιτών σε όλο και περισσότερες πλευρές του κοινού βίου, και την ταυτόχρονη συνεχή αποδυνάμωση των ελίτ.

Και αυτό είναι μια πολιτική αρχή που περιγράφεται και ορίζεται ως αντιελιτισμός, και όχι, φυσικά, ως λαϊκισμός.

(1) Κ. Τσούκας, «Αρετή, ναρκισσισμός και ένας επικίνδυνος πρόεδρος», Το Βήμα, Κυριακή 29 Ιανουαρίου 2017.
(2) Th. Jefferson, First Inaugural Address (1801), στο J. Grafton (επιμ.), The Declaration of Independence, and Other Great Documents of American History, Dover, N. Y. 2000, σ. 63.
(3) C. Sheehan (επιμ.), Friends of the Constitution. Writings of the «Other» Federalists, Liberty Fund, ΗΠΑ1998, σ. xlii.

*υποψήφιος διδάκτορας Πολιτικής Φιλοσοφίας