«Είναι σύνηθες οι άντρες να πρέπει να υποτάξουν ένα ελάχιστο επίπεδο αντίστασης που κάθε γυναίκα τείνει να επιδεικνύει όταν είναι κουρασμένη από την καθημερινότητα και ένας άντρας (τής κάνει) σεξουαλική πρόταση».
Αυτή η κατάπτυστη άποψη, που κανονικοποιεί τη βία και τον εξαναγκασμό στο σεξ, αποτελεί τμήμα απόφασης της ιταλικής Δικαιοσύνης που απέρριψε την προστασία μιας κακοποιημένης γυναίκας (και των παιδιών της) από τον βίαιο σύζυγό της. Γι’ αυτήν και άλλες ανάλογες διατυπώσεις και το σκεπτικό η Ιταλία καταδικάστηκε από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΔΑΔ).
Το Δικαστήριο του Στρασβούργου αποφάνθηκε ομόφωνα πως τέτοιου είδους επιχειρήματα αντικατοπτρίζουν «μια σεξιστική και στερεοτυπική κουλτούρα» και ότι η χρήση τους για να μη γίνει δεκτή καταγγελία κακοποίησης και βιασμού συνιστά παραβίαση των άρθρων 3 και 8 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου. Στην απόφασή του το ΕΔΑΔ περιέλαβε και τις συστάσεις της έκθεσης GREVIO (της ομάδας εμπειρογνωμόνων του Συμβουλίου της Ευρώπης για την καταπολέμηση της έμφυλης βίας), η οποία προειδοποιεί ότι αυτό το είδος θεσμικής προκατάληψης οδηγεί σε δευτερογενή θυματοποίηση, αφήνοντας τους ενάγοντες απροστάτευτους ακόμη και στις ίδιες τις αίθουσες των δικαστηρίων.
Η απόφαση του ΕΔΑΔ αφορά την υπόθεση μιας Γαλλίδας ιταλικής καταγωγής που τον Απρίλιο του 2021 κατάγγειλε στην αστυνομία τον Ιταλό πρώην σύντροφό της ότι στη διάρκεια της συμβίωσής τους τη βίαζε επανειλημμένα και κακοποιούσε σωματικά και ψυχολογικά τόσο την ίδια όσο και τα δύο ανήλικα παιδιά της, ζητώντας ασφαλιστικά μέτρα εναντίον του γιατί φοβόταν μια ενδεχόμενη κλιμάκωση της βίας εναντίον τους.
Αυτό που θα όφειλε να ήταν μια κατεπείγουσα διαδικασία προστατευτικών μέτρων «μετατράπηκε σε θεσμικό Γολγοθά», όπως λέει η γυναίκα, καθώς η ποινική Δικαιοσύνη και τα δικαστήρια ανηλίκων, αντί να επιληφθούν της υπόθεσης με γνώμονα την ευημερία τους, ξεκίνησαν μια ατέρμονη σειρά από καθυστερήσεις και μεθοδεύσεις που στην πράξη την τιμωρούσαν ενώ ο κακοποιητής της συνέχιζε ελεύθερος, ανενόχλητος και χωρίς κανένα περιοριστικό μέτρο.
Η εισαγγελία έφτασε μάλιστα να απορρίψει αρχικά την ποινική διαδικασία κατά του θύτη υποστηρίζοντας ανάμεσα στα πολλά άλλα ότι το γεγονός πως σε ένα από τα καταγγελλόμενα περιστατικά ο άντρας κρατούσε μαχαίρι στον λαιμό της γυναίκας (απειλώντας να τη σκοτώσει) για να κάνουν σεξ, ήταν απλά… «ένα χοντροκομμένο αστείο» γιατί ήταν –λέει– αδύνατο «να αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος είχε συναίσθηση της έλλειψης σεξουαλικής συναίνεσης» από την… απειλούμενη γυναίκα. Αν και η υπεράσπιση κατάφερε να επανενεργοποιήσει την έρευνα μόλις τον Ιούνιο φέτος, ο δράστης καταδικάστηκε πρωτόδικα σε τέσσερα χρόνια και έξι μήνες φυλάκιση για αυτά τα εγκλήματα.
Σεξιστικά δικαστήρια
Σύμφωνα με την απόφαση του ΕΔΑΔ, αυτή η απόλυτη έλλειψη προστασίας της γυναίκας και των παιδιών της και η απαξίωση από τους θεσμούς επί τόσα χρόνια ενέτειναν την ήδη δύσκολη και απειλητική συνθήκη που βίωναν, καθιστώντας όχι μόνο αόρατες αλλά και νομικά αποδεκτές πολλές υπαρκτές και σοβαρές μορφές βίας. Γι’ αυτό και καταδίκασε την Ιταλία να καταβάλει 15.000 ευρώ σε καθένα από τα τρία μέλη της οικογένειας και να καλύψει τα δικαστικά έξοδα.
Αυτή η καταδίκη της Ιταλίας από το ΕΔΑΔ δεν αφορά ένα μόνο ακραίο μεμονωμένο περιστατικό, αλλά εντάσσεται σε ένα πλαίσιο επανειλημμένων παρατηρήσεων, συστάσεων και κυρώσεων για αυτό που αποκαλεί «δικαστική παθητικότητα» απέναντι στην έμφυλη βία. Ενας όρος πολύ επιεικής για μια χώρα που έχει προκαλέσει διεθνείς αντιδράσεις με σχετικές αποφάσεις της.
Οπως το 2023 όταν δικαστής εξετάζοντας καταγγελία 17χρονης μαθήτριας ότι επιστάτης του σχολείου της αποπειράθηκε να τη βιάσει κατεβάζοντάς της το παντελόνι και αγγίζοντας τα γεννητικά της όργανα, τον απάλλαξε γιατί αποφάνθηκε ότι όλο αυτό δεν κράτησε ούτε δέκα δευτερόλεπτα, οπότε δεν συνιστά ούτε καν παρενόχληση! Ή το 2021 όταν σε υπόθεση ομαδικού βιασμού, εφετείο απάλλαξε τους κατηγορούμενους χρησιμοποιώντας ως επιχείρημα την «άσωτη» σεξουαλική ζωή και τις «κακές» σεξουαλικές επιλογές του θύματος. Αλλωστε η Ιταλία είναι η χώρα όπου καθιερώθηκε ο περίφημος όρος «άλλοθι του τζιν» το 1999, όταν το Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο απάλλαξε άντρα καταδικασμένο για βιασμό υποστηρίζοντας πως επειδή το θύμα φορούσε στενό τζιν «έπρεπε» να είχε βοηθήσει τον δράστη να το αφαιρέσει!
Τέτοιου είδους πρακτικές δικαστικής και θεσμικής αμέλειας, αδιαφορίας, παθητικότητας, κωλυσιεργίας και κατάφωρου σεξισμού έχουν τραγικές συνέπειες για τις επιζήσασες και τις οικογένειές τους και μπορεί να στοιχίσουν ακόμη και τη ζωή τους. Εγινε το 2017 στην ιστορική υπόθεση «Ταλπίς κατά της Ιταλίας», όπου η χώρα και πάλι καταδικάστηκε από το ΕΔΑΔ για τη δικαστική παθητικότητα και τη συστηματική υποτίμηση της έμφυλης βίας που επέδειξε απέναντι σε μια γυναίκα η οποία επί χρόνια κακοποιούνταν από τον σύζυγό της: ο κακοποιητής που παρέμενε ελεύθερος και ατιμώρητος, αφού οι αρχές αγνόησαν τις επανειλημμένες καταγγελίες της συζύγου του, της επιτέθηκε με μαχαίρι και όταν ο 19χρονος γιος της προσπάθησε να τη βοηθήσει τον δολοφόνησε.
