Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Γράφεται κάποτε ότι από τις εγχώριες «εξελίξεις του 2015» μπορεί να συναχθεί ότι «μπαίνουμε στο τέλος του τέλους της Ιστορίας». Και τούτο γιατί το «πολιτικό γίγνεσθαι» μιας μικρής ευρωπαϊκής χώρας έχει «κοσμοϊστορικό χαρακτήρα» για την «παγκόσμια Αριστερά».

Δεν θα υποβληθώ στον κόπο να συλλέγω, τουλάχιστον, τις «ενδείξεις» ενός τέτοιου «συμβάντος» που με εξαιρετική δυσκολία άλλωστε θα εντοπίζονται. Απλώς θα προσδιορίσω τον μηχανισμό σκέψης που υπόσχεται να προβεί σε μια τέτοια σταχυολόγηση.

Σ’ αυτό με υποβοηθούν όσοι/ες ξαναμπαίνουν στον χορό της ενεργού πολιτικής εγκαταλείποντας τους θρηνωδούς της «κρίσης» που έτρεφαν με τη σκέψη τους, ιδίως τώρα που το δημόσιο χρέος έχει μετακινηθεί και στις πλάτες τους χωρίς σταματημό.

Ας υποθέσουμε ότι πριν από οχτώ χρόνια αποτυπώθηκε η «Ιστορία στην καμπή του αιώνα», με κείμενο που διαιρέθηκε σε τρία μέρη: «Πού είμαστε», «Τι χάσαμε», «Τι ελπίζουμε». Ως προς το πρώτο, υπογραμμίζεται η «τομή» σε σχέση με τα «επτασφράγιστα» έως τότε αρχεία, την άνθηση των ερευνών για την «προφορική μνήμη των καταδιώξεων, των στρατοπέδων και των φυλακών», καθώς και με την «έκρηξη στην εθνικιστική ιστοριογραφία», χωρίς αυτό να σημαίνει ότι ο «εθνικισμός γεννήθηκε ξαφνικά».

Εδώ ο συγγραφέας Φράνσις Φουκουγιάμα επανέρχεται στην Katherine Verdery που υποστήριξε ότι ο «εθνικισμός ήταν η μόνη ιδεολογία που υπήρχε κάτω από την επίσημη κομμουνιστική» και επομένως, μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο «είχε διαμορφωθεί ένα είδος εθνοκομμουνιστικού λόγου».

Ως προς το «τι χάσαμε» ο συγγραφέας επιμένει στη «μετάβαση από τον σοσιαλισμό στον καπιταλισμό», δηλαδή στην απώλεια της «προοπτικής ότι το μέλλον θα είναι σοσιαλιστικό» και στην «ανατροπή» της «βαθιάς δομής χρονικότητας» που είχε διαχυθεί «από τα τέλη του 19ου αιώνα, οπότε ο σοσιαλισμός εμφανίστηκε ως διάδοχος του αστισμού».

Για το «τι ελπίζουμε» ο συγγραφέας διατείνεται ότι πια «έχουμε μπει στη διαδικασία να φανταζόμαστε το μέλλον όχι ως ελπίδα αλλά ως απελπισία». Παρ’ όλα αυτά «γράφεται Ιστορία, και διαβάζεται Ιστορία, και βλέπεται Ιστορία».

Τούτο οφείλεται στο γεγονός ότι αντιλαμβανόμαστε την Ιστορία ως «χάρτη πλοήγησης, που αντικαθιστά τους χάρτες της ιδεολογίας» και στη «λειτουργία της Ιστορίας», σε «ευρύτατα στρώματα», ως «τόπου διπλασιασμού της πραγματικότητας».

Κι αν ο πρώτος λόγος έχει να κάνει με την «Ιστορία των ηττημένων» και την αίσθηση του «τραύματος», ο δεύτερος υπονοεί τόσο τη «στροφή του μυθιστορήματος στην Ιστορία» όσο και της «Ιστορίας στο μυθιστόρημα ως πηγής, και κάπου κάπου ως τρόπου ή πλοκής γραφής».

Θα μπορούσε να σκηνοθετηθεί στο Princeton University το εξής: ξυπνώ με τον Φράνσις να μας γνέφει, από την ανοιχτή κουρτίνα, ότι η ανασυγκρότηση της «social order» αναμένεται να προκύψει από τη «βιολογική επανάσταση» και από τον «ανθρώπινο λόγο», με την προϋπόθεση ότι στην πολιτική και οικονομική σφαίρα ισχύει η γραμμική πρόοδος και αντίστοιχα στην κοινωνική και ηθική η διαρκής ανακύκληση.

Οταν έκλεινε μια δεκαετία από τη δημοσίευση του άρθρου του: «The End of History», στο περιοδικό «The National Interest» (το βιβλίο «The End of History and the Last Man» εμφανίσθηκε το 1992), γίνεται αντιληπτό πως η «μεταμοντέρνα» ευφορία των θεωρήσεων: «finis historiae» διασταυρώθηκε με τα γεγονότα του 1989 που σφράγισαν την αποσάρθρωση των χωρών του «υπαρκτού σοσιαλισμού».

Ως προς τις καθαυτό θέσεις του Φουκουγιάμα, πέρα από την «triumphalist» εκδοχή της εξωτερικής πολιτικής των Ηνωμένων Πολιτειών, κινούνται σε μια τετριμμένη τροχιά με έμβλημα: «bon pour l’ Occident».

Ισως κι αυτός να μην πολυπιστεύει σ’ αυτήν τη χιλιαστική καταβύθιση του ιστορικού γίγνεσθαι, ιδίως αν ασχολήθηκε με τον τρόπο που προέκυψε η συζήτηση για το «τέλος των ιδεολογιών» (μνημονεύει τον Ντάνιελ Μπελ ως θεωρητικό των «post-industrial societies») και, προφανώς, αν ενδιέτριψε στο χεγκελιανό «τέλος της Ιστορίας».

Ηδη το 1996 είχα προτείνει στο μουσείο του «μεταμοντέρνου» βιότοπου να οργανωθεί μια αίθουσα με τίτλο: «The End of History» και με θαλαμοφύλακα τον Φράνσις.

Αν το «τέλος της Ιστορίας» αφορά τους «άλλους», όσους δηλαδή παραμερίστηκαν από το κέντρο της «μεταδιπολικής» σκηνής, η «μεγάλη διάσπαση» prima vista ενδιαφέρει τον κυρίαρχο πόλο.

Μόνο που η θεωρητική πλαισίωση του κοινωνιολογίζοντος σχήματος υπονοεί κατ’ ευθείαν την πρόθεση για την κραταίωση αυτού του πόλου, με τη βεβαιότητα μάλιστα που προσπορίζει η κυκλική ενατένιση της Ιστορίας, και με δικλίδα διαφυγής την αναντιστοιχία «τεχνικού» και «πνευματικού πολιτισμού».

Πρόκειται για το αντιθετικό ζεύγμα «Ζίvilisation»-«Kultur» που εξέθρεψε η γερμανική «KulturphiIosophie», το οποίο ως υποπροϊόν θεωρητικών επιδόσεων λανσαρίστηκε στις Ηνωμένες Πολιτείες για να θεμελιώσει τα θεωρήματα μιας στρατηγικής αντιμετώπισης του μέλλοντος.

Από νωρίς ήμουν σύμφωνος με τον Μπρεχτ ότι «δεν υπάρχει αναιδέστερο πράγμα απ’ αυτόν τον πονηρό χωρισμό» και με σειρά εργασιών ανέδειξα την ιδεολογική του λειτουργία και στις δύο εκδοχές του, είτε ως «technocracy» είτε ως «αντιστραμμένο τεχνοκρατισμό» με την πρόταξη των «ειδικών» της πνευματικής ζωής.

Τώρα ο Φουκουγιάμα ερωτοτροπεί με τις προοπτικές της βιοτεχνολογίας και οραματίζεται, ως «τελειοποιός» της Ιστορίας, μια «μεταανθρώπινη» περίοδο, Οπου θα έχει εξαφανιστεί το ανθρώπινο είδος όπως το γνωρίζουμε…

* ομότιμος καθηγητής Κοινωνικής και Πολιτικής Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων