Θυμάμαι ακόμη πόσο με είχε συνταράξει, μικρό παιδί τότε, στο Δημοτικό, το γεγονός που σύντομα θα διηγηθώ και πόσο είχε κλονίσει την εμπιστοσύνη μου στους μεγάλους, και ιδιαίτερα στους γονείς μου.
Δεν ήταν λίγες οι φορές που ως παιδί είχα ζητήσει να φάω παγωτό μέσα στο καταχείμωνο, παίρνοντας πάντα την απάντηση της μητέρας μου ότι τον χειμώνα δεν πουλάνε παγωτά.
Σε μία, λοιπόν, από τις παραδοσιακές επισκέψεις εκείνης της εποχής, μέσα στο καταχείμωνο –σε κάποια ονομαστική, θυμάμαι, γιορτή οικογενειακού φίλου, με τα λικέρ, τα φοντάν και τα σχετικά κεράσματα– να και ένα περίεργο κέρασμα που έμοιαζε σαν πάστα αλλά δεν ήταν.
Και όπως συντομότατα έμαθα, προς μεγάλη μου έκπληξη, ήταν λέει κασάτο (παγωτό), λέξη πρωτόγνωρη, που με κεραυνοβόλησε και κατέστρεψε μονομιάς την εμπιστοσύνη μου στους μεγάλους και πρωτίστως στη μητέρα μου. Αρκετά αργότερα βέβαια συνειδητοποίησα την προστατευτική σημασία (συχνές μου αμυγδαλίτιδες) της μητρικής εκείνης «εξαπάτησης».
Αυτή η ιστορία των παιδικών μου χρόνων μού ήρθε συνειρμικά στον νου όταν διάβασα το πολύ ενδιαφέρον και κατατοπιστικό άρθρο του Σπ. Μανουσέλη «Η “δολοφονία” του Αϊ-Βασίλη» («Εφ.Συν.», 23-24-25 Δεκεμβρίου 2016).
Μερικές από τις σχετικές επισημάνσεις του εστιάζουν, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο ίδιος, «την προσοχή μας σε ένα σχετικό και εξίσου επίκαιρο ζήτημα: τι συμβαίνει στο μυαλό ενός μικρού παιδιού όταν, για πρώτη φορά, συνειδητοποιεί ότι ο καλοκάγαθος γεροντάκος με τη λευκή γενειάδα και την κόκκινη στολή, ο οποίος κάθε χρόνο στα τέλη του Δεκέμβρη μπαίνει με τρόπο μαγικό στο σπίτι του για να του αφήσει τα δώρα που του παρήγγειλε, δεν είναι τίποτε περισσότερο από ένα ψέμα, μια καλοστημένη απάτη σκηνοθετημένη από τους γονείς του;».
Μια απάτη ενταγμένη σε ένα αγοραίο χριστουγεννιάτικο εορταστικό πλαίσιο για «κέρδος και εκμετάλλευση», που έχει επίσης «δραματικές συνέπειες (…) για την ψυχική και σωματική μας υγεία».
Στο εν λόγω άρθρο συζητούνται επίσης τα αίτια αυτής της απομάγευσης και το πώς αντιμετωπίζεται επιστημονικά το παιδικό αυτό τραύμα, που όπως αναφέρεται παίρνει συχνά ευρύτερες διαστάσεις στο παιδικό μυαλό, το οποίο οδηγείται «στην καχυποψία ότι πρόκειται για έναν κόσμο όπου όλοι ανεξαιρέτως ψεύδονται» και όπου η απότομη προσγείωση των παιδιών στην ψυχρή πραγματικότητα έχει πολύ πιο σημαντικές επιπτώσεις στον ψυχισμό τους από μια «προοδευτική ανακάλυψη της αλήθειας από τα ίδια τα παιδιά ενώ μεγαλώνουν».
Τον Μανουσέλη απασχολεί επίσης –σε ένα ξεχωριστό τώρα άρθρο στην ίδια στήλη– «Η παραμυθία ως ανθρώπινη εγκεφαλική αναγκαιότητα», ως ένα γνωσιακό ζήτημα από τη σκοπιά των νευροεπιστημών και της εξελικτικής ψυχολογίας.
Πέρα, ασφαλώς, από τη νευροψυχολογικά εδραιωμένη άποψη ότι ο μυστικισμός και οι υπερφυσικές νοητικές μας περιπλανήσεις αποτελούν ζωτικής σημασίας εγκεφαλικές λειτουργίες, τόσο στα παιδιά όσο και στους ενήλικες, το άρθρο θέτει και ένα πολύ σημαντικό παιδαγωγικό ζήτημα, καταλήγοντας στην άποψη, την οποία κι εγώ συμμερίζομαι, ότι είναι σωστότερο να αφήσουμε το κάθε παιδί να βρει τη δική του αλήθεια για τον Αϊ-Βασίλη, την «“αλήθεια” που του χρειάζεται περισσότερο».
Δεν θα κρύψω πάντως εδώ την ενόχλησή μου για την ιστορική και επίσης αγοραίας προέλευσης παραχάραξη, προσβολή και εμπορευματοποίηση της προσωπικότητας του οποιουδήποτε ανθρώπου –οποιασδήποτε φυλής και οποιουδήποτε θρησκεύματος ή χρώματος– και συγκεκριμένα ενός ανθρώπου (και αναφέρομαι εδώ στη ρωμαιοκαθολική και προτεσταντική εκδοχή του Αϊ-Βασίλη, στον Σάντα Κλάους), που ιστορικώς πιστοποιημένα δεν γεννήθηκε πουθενά αλλού παρά στα Μύρα της Λυκίας και έζησε τον 3ο προς τον 4ο μ.Χ. αιώνα.
Υπάρχουν συνεπώς και αγοραίες παραχαράξεις του παραμυθητικού λόγου και, επομένως, μία επιπλέον κοροϊδία των παιδιών, και όχι μόνο.
Ωστόσο, ανεξάρτητα από τον παραμυθητικό λόγο και την αναγκαιότητά του, σε ένα ευρύτερο τώρα πλαίσιο, το ψέμα και η εξαπάτηση, η ανειλικρίνεια και η αδικία, αλλά και η βιωματική αναντιστοιχία λόγων και έργων, στην επικοινωνία των ενηλίκων με τα παιδιά και τους νέους γενικότερα ανθρώπους, σε οποιονδήποτε κοινωνικό χώρο ή περιβάλλον, αποτελούν επίσης τεράστιας ηθικής, παιδαγωγικής και εκ-παιδευτικής, εν γένει, σημασίας ζητήματα, με τεράστιες επίσης επιπτώσεις στον ψυχικό κόσμο και την ψυχική ισορροπία των παιδιών και των νέων ανθρώπων.
Ιδιαίτερα μάλιστα στην αγοραία εποχή μας, με την ανθρώπινη επιθετικότητα απέναντι στον συνάνθρωπο και τη φύση και την καθημερινή ανειλικρίνεια και αδικία σε όλα τα επίπεδα της καθημερινότητας, η τεράστια διάσταση μεταξύ ενός σχολικά καλλιεργημένου κόσμου των αξιών και του κανιβαλικού κόσμου της πλήρους απαξίας εκεί έξω σίγουρα δεν συμβάλλει σε ένα κλίμα εμπιστοσύνης και στην αποφυγή ανεπούλωτων ψυχικών τραυμάτων.
* καθηγητής Φιλοσοφίας της Τεχνοεπιστήμης στο Πρόγραμμα Μεταπτυχιακών Σπουδών του ΠΤΔΕ του ΑΠΘ
