Στην αρχή του 2017 δεν είναι εύκολο να αισιοδοξήσουμε.
Η ακραία απογοήτευση -έως απελπισία- που καταγράφεται στις δημοσκοπήσεις φαίνεται πως έχει γίνει η πιο χαρακτηριστική σταθερά της ύπαρξης των ανθρώπων στην Ελλάδα.
Περίπου το 90% -λίγο πάνω λίγο κάτω- δεν περιμένει το παραμικρό από κυβέρνηση κι αντιπολίτευση θεωρώντας -κι εδώ τα πράγματα γίνονται από απελπιστικά επικίνδυνα- πως η πολιτική συμμετοχή δεν είναι παρά επιβράβευση μιας, στην καλύτερη περίπτωση, ανίκανης και, στη χειρότερη, δολοφονικά ιδιοτελούς ελίτ.
Η απομάκρυνση λοιπόν από την πολιτική αποκτά τον χαρακτήρα «αντίστασης» και μετατρέπεται σε αυτοεκπληρούμενη προφητεία, αφήνοντας το έδαφος ανοιχτό στους επαγγελματίες της πολιτικής να διαμορφώνουν τη ζωή μας χωρίς καμιά ενόχληση.
Δεδομένων αυτών η κυβέρνηση θεωρεί πως δίνει τον αγώνα τον καλό με… ταξικά μεροληπτικό τρόπο.
Προβάλλει το έργο της (;) και επιμένει να υπόσχεται, με βεβαιότητα μάλιστα αν πιστέψουμε τον πρωθυπουργό, καλύτερες μέρες, ανάπτυξη -και μάλιστα δίκαιη- οσονούπω.
Το γεγονός πως, βάσει της προηγούμενης υπόσχεσης, η ανάπτυξη θα ερχόταν μαζί με την Ανάσταση του 2016 δεν φαίνεται να απασχολεί.
Πρόκειται για συγγνωστή ανακρίβεια, που οφείλεται στους δυσμενείς διεθνείς συσχετισμούς προφανώς. Τι να γίνει; Ο,τι μπορούμε κάνουμε.
Το πιο εντυπωσιακό ωστόσο με το γενικό αφήγημα της κυβέρνησης δεν βρίσκεται στο γεγονός πως, κάνοντας επίδειξη στραμπουληγμένης λογικής, υπόσχεται ανάπτυξη, ενώ εφαρμόζει πρόγραμμα ακραίας λιτότητας, ως εάν οι οπαδοί της επεκτατικής λιτότητας, από τον θεωρητικό Αλεσίνα έως τον πρακτικό Σόιμπλε, να μην έχουν και πολύ άδικο τελικά -έστω κι αν έτσι κάνει ακόμη και τον μετριοπαθέστερο των κεϊνσιανών να σκίζει νόμπελ και πτυχία.
Το πιο εντυπωσιακό είναι πόσο λίγο αυτή, μια «κυβέρνηση με αριστερό κορμό», την απασχολεί το δεδομένο πως η παρουσία της στη διακυβέρνηση συνδέεται με μια πρωτοφανή απόσυρση της κοινωνικής πλειοψηφίας από τη συλλογική δράση.
Και η οποία όποτε εκδηλώνεται περιστασιακά είναι για να αντιτεθεί στις κυβερνητικές πολιτικές.
Η προφανής κοινωνική απομόνωση της κυβέρνησης, η έλλειψη οποιασδήποτε σύνδεσης, πολύ περισσότερο ανάδρασης, με ζωντανούς χώρους κοινωνικής κινητοποίησης, η αδυναμία να βιωθεί η εκτεταμένη απελπισία του κόσμου της εργασίας μπροστά και στους δικούς της μονοδρόμους, αντί να ωθεί σε προβληματισμό ό,τι έχει απομείνει από τον παλιό καλό ΣΥΡΙΖΑ δημιουργεί σύνδρομα μιας, εντελώς αδικαιολόγητης κατά τη γνώμη μου, θυματοποίησης.
Πράγμα που οδηγεί στο ευτράπελο να θεωρείται πως, αφού κερδήθηκαν οι εκλογές του Σεπτεμβρίου του 2015, η κυβέρνηση μπορεί να υποκαθιστά τον λαό και τη βούλησή του στο διηνεκές ή έστω μέχρι τις επόμενες εκλογές.
Ας έγραφε ο Πουλαντζάς πως δεν νοείται αριστερή πολιτική χωρίς εκτεταμένη κοινωνική κινητοποίηση, χωρίς τη μαζική διασπορά διαδικασιών στη βάση, χωρίς εμπλοκή ενός πολύ μεγάλου αριθμού ανθρώπων στην εκπόνηση και την υλοποίηση ενός σχεδίου αλλαγής της ζωής. Αυτά είναι για τα συνέδρια και τις ημερίδες.
Τώρα κάνουμε σοβαρή πολιτική –δεν θεωρητικολογούμε. Για να μην πούμε για τους δυσμενείς συσχετισμούς.
Προφανώς ο Πουλαντζάς δεν τους λάμβανε σοβαρά υπόψη όταν έγραφε όσα έγραφε!
Μην αδικώ όμως. Δεν λένε τέτοια οι άνθρωποι. Απλά γι’ αυτά προτιμούν να μη λένε τίποτε. Και κυρίως για την επίκριση πως ήταν οι ίδιες οι επιλογές των δύο τελευταίων χρόνων που οδήγησαν στην κοινωνική απόσυρση, στην απελπισία και στην απεγνωσμένη απάθεια.
Την «κατηγορία», δηλαδή πως αυτές ήταν που πάνω απ’ όλα υπονόμευσαν τις στοιχειώδεις προϋποθέσεις άσκησης αριστερής πολιτικής.
Εδώ είναι που αναφύεται ο Μητσοτάκης.
Διότι αν δεν υπάρχει πραγματική εναλλακτική στην ασκούμενη από όλους εδώ κι εφτά χρόνια πολιτική, αν η λιτότητα και οι «μεταρρυθμίσεις» του 3ου Μνημονίου δεν εμποδίζουν την «ανάπτυξη», αν η λύση θα έλθει από το QE, την έξοδο στις «αγορές» και τη διαμόρφωση δι’ αυτών ευνοϊκών συνθηκών για τις ιδιωτικές επενδύσεις, τότε προς τι το μίσος και ο αλληλοσπαραγμός;
Θέλω να πω ότι, αν ισχύουν τα προηγούμενα αν, δίκιο έχει ο Μητσοτάκης. Καθαρά πράγματα –όχι σάλια μάλια.
Ο επιθετικός νεοφιλελευθερισμός, ο παραληρηματικός θατσερισμός της σημερινής Νέας Δημοκρατίας είναι η ιδεολογία η κατεξοχήν συμβατή με όσα ήδη συμβαίνουν.
Ο πλήρης και με αυτοπεποίθηση νεοφιλελευθερισμός αντιστοιχεί σε μια εποχή που το σύστημα συνολικά, μην μπορώντας να διαμορφώσει ηγεμονικό λόγο στη βάση μιας υπόσχεσης ευημερίας, τσαλαβουτώντας στα συμφραζόμενα μιας παγκόσμιας κρίσης που κανένας δεν ξέρει αν, πώς και πότε θα ξεπεραστεί, δεν μπορεί παρά να κάνει επίδειξη δύναμης.
Αφού δεν πείθει, είναι αναγκασμένο (sic) να επιβάλλεται.
Σε μια συνθήκη όπου οι ιδεολογικές του εγκλήσεις και προτροπές είναι διάτρητες, η επιθετική-παραληρηματική εκφορά τους με καθαρούς και γνήσιους όρους είναι μονόδρομος.
Ποιος δεν κατανοεί πως οι «εκσυγχρονισμοί», οι «αριστείες» και οι «αξιοκρατίες» δεν είναι παρά δικαιολογητικά παραφερνάλια υπέρ όσων προκλητικά ευνοούνται από το υπάρχον καθεστώς;
Μόνο λοιπόν η καθαρή και πλήρης υπεράσπιση του συστήματος μπορεί να δώσει, για ένα διάστημα έστω, ώθηση σε αυτό το καθεστώς.
Σε αυτό αντιστοιχεί ο Μητσοτάκης ή ο Φιγιόν ως η άλλη όψη του εξίσου συστημικού ακροδεξιού «λαϊκισμού».
«Κεντροαριστερή εναλλακτική» σε αυτήν την εξέλιξη, νομίζω, δεν υπάρχει.
Οι απαντήσεις δεν μπορεί παρά να είναι τόσο ριζοσπαστικές όσο και οι προκλήσεις.
Η κυβερνητική πολιτική, στον αντίποδα μιας τέτοιας επιλογής, στρώνει απλώς τον δρόμο στους έξαλλους θατσερικούς, που ειδικά στην Ελλάδα δεν θα είχαν την παραμικρή τύχη αν δεν συνέβαιναν όσα συνέβησαν τα δύο τελευταία χρόνια.
