Στον σταθμό του ηλεκτρικού της Βικτώριας, το μεγάλο ταμπλό έδειχνε 21:00 και θερμοκρασία 6˚C. Είχα μόλις φύγει από τον κινηματογράφο Τριανόν και μια εκδήλωση που διοργάνωσαν οι εκδόσεις Πόλις, με καλεσμένο τον Αγγλο συγγραφέα Τζόναθαν Κόου.
Η βραδιά μού προκάλεσε μεγαλύτερο προβληματισμό από αυτόν που έτσι κι αλλιώς είχα, γι’ αυτό που ονομάζουμε «νέα ευρωπαϊκή πραγματικότητα». Η ομιλία και οι απαντήσεις του διάσημου συγγραφέα στις ερωτήσεις του κοινού έκαναν ακόμα πιο δυνατή την αίσθηση που έχουμε από τα βιβλία του.
Ηκατάσταση που επικρατεί στη Βρετανία, όπως μας τη διηγήθηκε και όπως τη μεταφέρει στο τελευταίο βιβλίο του «Αριθμός 11», είναι ζοφερή. Παρά το πνευματώδες χιούμορ του, πολλές ήταν οι φορές που δεν κατάφερε να κρύψει την ωμή αποστροφή του για τον Τραμπ και τον Φάρατζ. Δεν το ήθελε άλλωστε.
Εξαιρετικά παρήγορο όμως, αυτή την παγωμένη νύχτα του Δεκέμβρη και μέρα Τετάρτη μάλιστα, να βλέπεις τη μεγάλη αίθουσα γεμάτη και όλους αυτούς τους ανθρώπους να σχηματίζουν μια τεράστια ουρά για ένα υπογεγραμμένο αντίτυπο από τον συγγραφέα.
Στον σταθμό, παρατηρώ αυτά τα φιστικί πλακάκια που καλύπτουν τους τοίχους και τον κάνουν να μοιάζει θάλαμος νοσοκομείου, τους πρόσφυγες και μετανάστες που μπαίνουν μέσα για να προστατευτούν από το κρύο, τους κουλουριασμένους χρήστες στις γωνίες. Κάνουν το σκηνικό στον υπόγειο να μην απέχει και πολύ από κάποια γειτονιά του κέντρου του Λονδίνου.
Ο Κόου στο «Τι ωραίο πλιάτσικο!» αλλά και στο «Αριθμός 11» μίλησε για την οικονομική κρίση και τις κοινωνίες των προσχημάτων και των ανισοτήτων με τον πιο παραστατικό τρόπο. Θυμήθηκα χαμογελώντας ένα εξίσου παγωμένο βράδυ, στον σταθμό Βικτώρια του Λονδίνου. Ετρεχα για να προλάβω να κλειδώσω τη βαλίτσα μου έτσι ώστε να μην την κουβαλάω μαζί μου τις λίγες ώρες που θα ήμουν στην πόλη. Ούτε αυτός ήταν πολύ καλύτερος από τον δικό μας.
Ευτυχώς οι παρέες των φοιτητών, που είδα να καταφθάνουν, με τη ζωντάνια και το κέφι τους καταφέρνουν να διαλύσουν τη θλίψη του τοπίου. Μπαίνω στο τρένο για Θησείο. Στο κελάρι του Athenaeum, οι εκδόσεις Μετρονόμος παρουσιάζουν το βιβλίο: «Σκόνη στ’ Αμπέλια». Ενας από τους συγγραφείς του βιβλίου, γνωστός άνθρωπος των γραμμάτων και των διαβασμάτων, είναι ο Κώστας Καλημέρης.
Ξέρω πως κάποια ανακούφιση θα βρω στα γραπτά του και στον πηγαίο λόγο του. Και δεν έπεσα έξω. Στα τραπέζια το κόκκινο κρασί υπερτερούσε του λευκού. Γιατί άραγε; Να έχει κάποια σχέση με μια πρόσφατη έρευνα που υπόσχεται μακροζωία με την κατανάλωση κόκκινου κρασιού; Ή απλά έχουμε συνδέσει το κόκκινο κρασί με τα κρύα βράδια του χειμώνα;
Ο Κώστας Καλημέρης μάς διηγείται μια ιστορία από ένα βράδυ του σ’ ένα μπιστρό στο Παρίσι. Την ημέρα που βγήκε το πρώτο μποζολέ της χρονιάς, το κόκκινο φρέσκο κρασί.
Πίνοντάς το, βρήκε το θάρρος να μιλήσει σε μια όμορφη κοπέλα. Το κρασί αποτέλεσε το καύσιμο για να γίνει το μπιστρό «ιπτάμενο»! «Την πλησίασα», λέει, «μη ξέροντας γαλλικά και χαμογελώντας ξεστόμισα τη μόνη λέξη, που μόλις είχα μάθει, και νόμιζα ότι σήμαινε κάτι σαν “μπράβο”: “Μποζολέ” της είπα γελώντας. Και τότε όλοι γύρω άρχισαν να με κοιτούν και να ξεκαρδίζονται στα γέλια, φωνάζοντας σε άλλο τόνο “μποζολέ!”, “μποζολέ!”, “μποζολέ!”.
Σχεδόν όλο το μπιστρό είχε ανακαλύψει μια ιαχή, που συνδύαζε τη γιορτή της νέας παραγωγής κρασιού, με μια λέξη που είχε ξεφύγει από τη σημασία της και είχε καταφύγει στην ουσία σε μια παρηγοριά ερωτικής τρυφερότητας».
Φεύγοντας σκεφτόμουν τα αποθέματα σε καύσιμα που έχουμε για να βγάλουμε και φέτος τον χειμώνα. Και δεν εννοώ το πετρέλαιο ή το φυσικό αέριο, αλλά τις λέξεις που λέει ο καθένας μας στον εαυτό του και στους άλλους. Λέξεις όπως χιούμορ, υπομονή, θάρρος, ψυχραιμία και άλλες συναφείς, που βλέπω όμως να εξαντλούνται. Οχι μόνο στην Ελλάδα και στην Αγγλία, όπως μας περιέγραψε νωρίτερα εκείνο το βράδυ ο Τζόναθαν Κόου, αλλά σε πολλά και διαφορετικά μέρη του πλανήτη.
Μια σκισμένη αφίσα παρασύρθηκε από τον αέρα και περιπλανήθηκε για λίγο στον έρημο πεζόδρομο της Αδριανού, πριν καταλήξει στα κάγκελα της αρχαίας αγοράς. Δεν μπόρεσα να αποφύγω τον συλλογισμό ότι κάπως έτσι και εμείς παρασυρόμαστε από τη δίνη των πολιτικών και οικονομικών εξελίξεων. Ποια λέξη άραγε πρέπει να ψιθυρίσουμε μεταξύ μας ώστε να γίνει κάποτε μια δυνατή ιαχή, ικανή να μας απογειώσει σ’ ένα καλύτερο μέλλον;
