Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Γύρω γύρω το σκοτάδι κι είναι νύχτα Σάββατο, και στη μέση της υποφωτισμένης αυτοσχέδιας πίστας του μαγαζιού ένας άντρας χορεύει μοναχός. Εβδομηντάρης, μπορεί και παραπάνω, καλοντυμένος. Καλοντυμένος με τον τρόπο των ανδρών περασμένων γενιών.

Το κουστούμι που φοράει είναι ραμμένο «πάνω του», που λέμε. Με τις πρώτες νότες του τραγουδιού, σηκώνεται και προχωρά μπροστά στην ορχήστρα με λεβεντιά και ανάστημα. Η ορχήστρα παίζει το «Πάλιωσε το σακάκι μου», του Τσιτσάνη, στίχοι και μουσική. Χορεύει με έναν ξεχασμένο τρόπο. Ζεϊμπέκικο χωρίς τσαλίμια και φιγούρες.

Λίγα βήματα, αυστηρά πάνω στον ρυθμό. Περιστρέφεται και «καταδύεται» εντός του. Ενας «δερβίσης», σε μια μυστική συνομιλία με τον εαυτό του, με μόνη γλώσσα τη μουσική.

Τον παρατηρούσα εδώ και ώρα. Στο τραπέζι του υπήρχε μόνο κόκκινο κρασί, ελιές και τα τσιγάρα του. Ξεχώριζε μέσα στο κοινό του Σαββάτου. Οχι μόνο γιατί δεν είχε παρέα, αλλά και γιατί άκουγε τη μουσική με προσήλωση και ευλάβεια. Δίχως να δίνει σημασία στο θορυβώδες κοινό και τα εξωτερικά ερεθίσματα.

Δεν χόρεψε άλλο τραγούδι. Λες και ήρθε μόνο για το συγκεκριμένο. Πικρό τραγούδι. Απ’ αυτά τα λαϊκά του Τσιτσάνη, που χτυπούν κέντρο στα θέματα της ελληνικής κοινωνίας. Το ρούχο –το τι φοράμε– έδειχνε, και ίσως δείχνει ακόμα, να είναι ενδεικτικό σε πολλούς για την κοινωνική και οικονομική μας κατάσταση. Ο ισχυρός και ο φτωχός φαίνονται από τα ρούχα που φοράνε.

Ο Τσιτσάνης έγραψε το 1948: «Ντυμένο σε προσέχουνε κι όλοι κοντά σου τρέχουνε/ Σαν παλιώσει πέρα ώς πέρα [το σακάκι], δεν σου λένε καλημέρα». Ισχύει άραγε και σήμερα;

Τα ακριβά ρούχα που αγοράσαμε, σε εποχές που μπορούσαμε, ικανοποιώντας πλασματικές ανάγκες και που σπάνια φοράμε, μπήκαν στα συρτάρια μας. Οποιες κι αν ήταν αυτές οι ανάγκες. Το έχουν αναλύσει οι ειδικοί αρκετά. Στα χρόνια της κρίσης, κρέμονται παράταιρα στην ντουλάπα, ενώ εμείς αναρωτιόμαστε μπροστά τους: «Τι στο καλό μού ήρθε και το πήρα;».

Ομως το κουστούμι, το σακάκι ίσως πιο πολύ, ήταν για τους άντρες των μεγαλύτερων γενιών μια πολύ σημαντική υπόθεση. Εχω ακούσει πολλές διηγήσεις για τις ώρες που πέρναγαν στον αγαπημένο τους ράφτη, ψάχνοντας το σωστό ύφασμα, ανάλογα με την εποχή, και με τα εγγλέζικα δείγματα απλωμένα μπροστά τους.

Δεν ήταν μόνο οι εύποροι άντρες που έραβαν κουστούμια. Ενα-δυο κουστούμια έραβαν όλοι. Οπως έκαναν και οι γυναίκες παλιά. Τέσσερις φορές τον χρόνο η μοδίστρα ερχόταν στο σπίτι. Κλωστές και ρετάλια παντού. Τα «έτοιμα» ήρθαν πολύ αργότερα.

Βλέποντας τον ηλικιωμένο κύριο να σηκώνεται από το τραπέζι για να φύγει, κρατώντας το σακάκι του στο χέρι, θυμήθηκα ένα άλλο σακάκι. Ενα σακάκι που κρέμεται ακόμα στην πλάτη της καρέκλας μιας κουζίνας. Αφημένο πρόχειρα. Και εκείνη να το θέλει έτσι ακριβώς.

Σαν να μην έφυγε εκείνος. Να χαϊδεύει τα καλοραμμένα πέτα και να του μιλάει. Οπως πάντα. Το παλιό του, το καθημερινό του, το αγαπημένο του σακάκι, φορτωμένο ακόμα με χαρτιά και σημειώματα, κάνει την απώλεια στα μάτια της να μοιάζει λιγότερο οριστική.

«Καληνύχτα σας», λέω στον άγνωστο κύριο που περνά δίπλα μου. Ξαφνιάστηκε. «Καληνύχτα», μου λέει κι ύστερα φοράει το σακάκι και ρίχνει μια ματιά από το τζάμι έξω στον δρόμο. «Κάνει κρύο απόψε, καλό βράδυ», προσθέτει χαμογελώντας και κλείνει πίσω του αθόρυβα την εξώπορτα.