Το καθεστώς κυριαρχίας ανακυκλώνεται, αναλόγως των περιστάσεων, κάθε φορά, με σκοπό τη διατήρηση του οικονομικο-πολιτικού στάτους κβο που επιβάλλουν οι ισχυρότεροι.
Οι άλλοτε πολίτες, μέλη μαζικών πλέον κοινωνιών, αντιδρούν στο καθεστώς αποστέρησης που τους επιφυλάσσει η παγκοσμιοποίηση. Το Brexit, η εκλογική νίκη του Ντ. Τραμπ στις ΗΠΑ, αλλά και των Αυστριακών προοδευτικών, το προειδοποιητικό «όχι» του ιταλικού δημοψηφίσματος δείχνουν, νομίζω, ότι φτάσαμε σε ένα όριο, πέραν του οποίου δεν υπάρχει τίποτα να εμποδίσει είτε τον καισαρισμό ως συνέπεια της παγκοσμιοποίησης είτε την επαναφορά των χωρών σε τροχιά εμβάθυνσης της δημοκρατίας.
Εκτός εάν η δομική βία των πολιτικών κατίσχυσης επεκτείνει τους πολέμους που διαιωνίζει.
Παρεκτροπές, εκτροπές, επαναφορές, όλα είναι πιθανό να κρίνουν τη μετάβαση στο καλύτερο ή στο χειρότερο για τον πλανήτη.
Το ζήτημα σχετικά με το είδος της μετάβασης απασχολεί νομικούς, ιστορικούς, κοινωνικούς και πολιτικούς επιστήμονες, φιλοσόφους και στην κρίσιμη φάση κατά την οποία η δομική βία ανασυντάσσεται μέσω των βιοτεχνολογιών, με κίνδυνο να εκτραπεί, εκ νέου, όπως συνέβη μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, με τον φασισμό και τον ναζισμό.
Φαινόμενα όπως η ένοπλη τρομοκρατία, το οργανωμένο έγκλημα, η δράση μαφιών, αδελφάτων κ.λπ. τη δικαιολογούν και τη νομιμοποιούν, αν δεν λειτουργούν και ως άλλοθι για την κλιμάκωσή της.
Μπαίνουμε, έτσι, σε τροχιά ανησυχητικού απανθρωπισμού: από τη μια, πολεμικές επιχειρήσεις, από την άλλη, η αθέτηση του δικαίου, η ανυπαρξία ηθικής διάστασης στην πολιτική, η αποφυγή της πολιτικής ευθύνης, η παράβλεψη των τραγικών συνεπειών της καταργούν, πότε το ένα και πότε το άλλο ή όλα μαζί, τη δυνατότητα σκεπτόμενης πολιτικής στοιχειώδους δικαιοσύνης.
Οπου απουσιάζει η πολιτική επίλυση των οικονομικών προβλημάτων, εκεί παρατηρείται αναμέτρηση ισχύος μέσω ωμής βίας.
Η τελευταία το μόνο που φοβάται είναι η παθητική αντίσταση ή η άρνηση σύμπραξης, εν πλήρει γνώσει των σκληρών συνεπειών.
Σε αυτό το είδος των αντιστάσεων εναντιώνεται η δομική βία υπό την πίεση μιας παρανοϊκής απληστίας και φιλαρχίας, με αποτέλεσμα την καταστολή της πολιτικής δύναμης των πολιτών και την ανάδυση ολοκληρωτικών καθεστώτων.
Στοχαστές του 20ού αιώνα, όπως η Χάνα Αρεντ και ο Κ. Παπαϊωάννου, τη δεκαετία του ’50, ο Ν. Πουλαντζάς, στις αρχές, και ο Μ. Φουκό, στο τέλος του ’70, μελέτησαν τον ολοκληρωτισμό, οι δύο πρώτοι εστιάζοντας το ενδιαφέρον τους στον σταλινισμό, ενώ οι δύο άλλοι στον φασισμό και τον ναζισμό.
Ειδικά, ο Φουκό στις παραδόσεις του για τη γέννηση της βιο-πολιτικής (1978-79) είδε τον εκκολαπτόμενο ήδη από το β’ μισό του 19ου αι. νεοφιλελευθερισμό ως προκάλυμμα των αγορών που μεταμφιεσμένες σε μηχανισμούς διακυβέρνησης παρεμβαίνουν στη ζωή πολιτών και κρατών.
Ο Φουκό απέφυγε να χαρακτηρίσει τον νεοφιλελευθερισμό ολοκληρωτισμό, τον θεώρησε, όμως, τόσο πιο ύπουλο και φορτικό όσο περισσότερο υποδύεται μια εκδοχή του φιλελευθερισμού, όπως λέει, προς το χειρότερο.
Πόσο και με ποιον τρόπο προς το χειρότερο το έχουν δοκιμάσει χώρες που διαμελίστηκαν με πολέμους, εμφύλιους και μη, όπως και χώρες χρεωμένες που σύρθηκαν για ένα μεγάλο ή βραχύ διάστημα στην εντατική αποστέρηση, απειλούμενες με οικονομική και πολιτική κατάρρευση.
Ορισμένες, με το θωρακισμένο πολιτικό σύστημά τους, την «εύκολη» γεωγραφική θέση τους, την παραγωγικότητά τους και την ωριμότητα των πολιτών τους, φαίνεται να διέφυγαν τον κίνδυνο της καταστροφής.
Η χώρα μας με ένα σαθρό πολιτικό σύστημα που μετέτρεψε τους πολίτες σε πελάτες κομμάτων, με τον εκπατρισμό των νέων επιστημόνων, με την κρίσιμη γεωγραφική θέση της μεταξύ τριών ηπείρων, με διαφορετικό βαθμό ανάπτυξης ή απαθλίωσης η καθεμιά, με τη θάλασσα ολόγυρά της ως ανοιχτό πέρασμα για τις μεταναστευτικές ροές που πλήττουν ολόκληρο τον πλανήτη, λόγω πολέμων, αβάσταχτης φτώχειας και κλιματικών αλλαγών, αντιμέτωπη με όλα αυτά, δεν είδε ακόμη τη λύση του δράματος της τελευταίας επταετίας.
Με τα αλλεπάλληλα μνημόνια που της επέβαλαν να υπογράψει, με τις υπονομευτικές και άκρως επικίνδυνες καθυστερήσεις διαπραγματεύσεων και αξιολογήσεων, με τον παραλογισμό των βασικότερων μεταρρυθμιστικών μέτρων που της επέβαλαν και σύρουν το μεγαλύτερο μέρος της κοινωνίας στην ανεργία, στην πτώχευση, στην εργασιακή δουλεία, στον θάνατο, δεν είναι απίθανο οι εναπομείναντες ψηφοφόροι να αποζητήσουν από τον ακροδεξιό ποπουλισμό αυτά για τα οποία υπερασπίζονταν τη δημοκρατία και το κράτος πρόνοιας.
Με ένα τέτοιο απειλητικό ενδεχόμενο, η χώρα μας κινδυνεύει να συρθεί στον ρόλο εξιλαστήριου θύματος, στο πλαίσιο της νεοφιλελεύθερης βιοπολιτικής.
Εχει ήδη επισημανθεί ότι η άσκησή της μετατρέπει τις κοινωνίες σε στρατόπεδα συγκέντρωσης εξιλαστήριων θυμάτων.
Για να αποφύγουμε μια τέτοια μοίρα που ενδεχομένως μας επιφυλάσσουν, χρειάζεται να βάλουμε τέλος στην ασκεψία κομματικών διχογνωμιών και, ενεργοποιώντας το αδρανοποιημένο ήθος με παραδειγματικές θυσίες και των πολιτικών, να συναισθανθούμε τη σοβαρότητα των περιστάσεων.
Χωρίς φλύαρους και ασύγγνωστους κομματικούς ανταγωνισμούς που οδηγούν, ανά διετία, σε εκλογές που διευκολύνουν τις παράλογες απαιτήσεις των επικεφαλής της ευρωζώνης, χωρίς φανατισμούς που καιροφυλακτούν για να αποφορτίσουν τάχα την απόγνωση των πολιτών, χρειάζεται να διαφυλάξουμε, με κάθε τρόπο, την κοινωνική συνοχή και ενότητα.
*καθηγήτρια φιλοσοφίας, συγγραφέας
