Δύο είναι οι περιπτώσεις που εύχομαι να υπήρχε κρεμασμένο από το μπαλκόνι μου εκείνο το δίχτυ των μοναχών στα Μετέωρα, που τους ανεβοκατέβαζε παλιά στο μοναστήρι. Η μία περίπτωση είναι όταν γίνεται συνέλευση στην πολυκατοικία και η άλλη όταν δεν λειτουργεί το ασανσέρ.
Στην πρώτη περίπτωση, η είσοδος μετατρέπεται σε μια μικρή βουλή, όπου κανείς δεν συμφωνεί με κανέναν. Αλλα είναι τα συμφέροντα του πρώτου ορόφου και άλλα του πέμπτου. Τα ενδιάμεσα πατώματα ετεροπροσδιορίζονται ανάλογα με τις συμπάθειες. Στο τέλος της συνέλευσης φεύγουμε όλοι κατάκοποι και συγχυσμένοι. Κι ο διαχειριστής με τα χαρτιά στα χέρια, περισσότερο μπερδεμένος από πριν, προσπαθεί, μάταια, να βγάλει άκρη.
Στη δεύτερη περίπτωση, όταν χαλάει το ασανσέρ, ειδικά το πρωί σε ώρες αιχμής, οι ηλικιωμένες κυρίες της «αυλής» μας συγκεντρώνονται στην είσοδο με αυτήν τη «φοβερή» αφορμή και σε μπλοκάρουν τη στιγμή που φεύγεις για τη δουλειά.
Σήμερα τις ευγενικές περιποιήσεις τους δέχεται ο Αχμεντ που βάφει το φρεάτιο του ανελκυστήρα. Η μία του φέρνει καφεδάκι, η άλλη κολατσιό, η τρίτη κουλουράκια κι εκείνος καταχαρούμενος πηγαινοέρχεται με την ταβανόβουρτσα πέρα-δώθε.
Κι ύστερα, όταν δουλεύει, στέκονται όλες από πάνω και του δίνουν και συμβουλές: «Αχμεντ, εκεί πάνω δεξιά! Σου ξέφυγε ένα κομματάκι!».
Εντωμεταξύ, όποιος ένοικος κατεβαίνει μπλοκάρεται αμέσως. Αν είναι και ευγενικός, ένα τεταρτάκι το τρώει στην είσοδο, «μες στο νερό». Για παράδειγμα ήταν εξαιρετικά προβληματισμένες με την απόφαση του δήμου μας να κηρύξει τον Ομπάμα ανεπιθύμητο. «Πες μας, πες…», μου λένε, «δημοσιογράφος είσαι, κάτι θα ξέρεις παραπάνω».
Ο Αχμεντ με κοιτάει με σημασία, βουτώντας το κουλουράκι στον καφέ, περιμένοντας κι αυτός να τον διαφωτίσω. «Τι να σας πω; Ο,τι ξέρετε, ξέρω!», λέω χαμογελώντας και κάνω να φύγω. Τι ήταν να το πω αυτό; «Κάτσε, κάτσε, περίμενε, εμείς θα σου πούμε!…» μου λένε και με τραβάνε πίσω.
Οι υποθέσεις πέφτουν βροχή. «Φταίει που οι Αμερικάνοι έχουν πυρηνικά!», «Αντε καλέ! Για τη Συρία γίνονται όλα!», «Ποια Συρία! Είναι που μισούν τους αριστερούς και τους κυνηγάνε, γι’ αυτό κι ο δήμος μας πήρε τέτοια απόφαση!», «Πάντως αγένεια είναι, βρε παιδί μου! Να μην μπορεί να έρθει ο άνθρωπος, να βγούμε κι εμείς να τον κεράσουμε κάτι, πρώτη φορά στη γειτονιά μας τς! τς!», «Ε βέβαια ! Εχει και πίκρα ο έρμος τώρα που έχασε η Χίλαρι!»… και άλλα σχόλια που όμως δεν μεταφέρονται, δεν γράφονται.
Επειτα από κανένα δεκάλεπτο, ο Αχμεντ γύρισε στην ταβανόβουρτσά του κι εγώ τις αποχαιρέτησα αυτή τη φορά αποφασιστικά, έχοντας στο μυαλό μου για λίγο εκείνο το δίχτυ-ασανσέρ. Γυρνώντας όμως για να τις κοιτάξω μια τελευταία φορά, πριν κλείσω την πόρτα της εισόδου, είδα απλωμένα χέρια να σταυρώνουν και άλλα να ξεματιάζουν μαζί με ευχές: «Στο καλό!», «Καλημέρα!».
Ε, λοιπόν, αισθάνθηκα τυχερή που υπάρχουν οι κυρίες της αυλής μας, κι ας αργώ τα πρωινά. Αυτές που έχει η κάθε πολυκατοικία και την κάνουν λίγο πιο ανθρώπινη, πιο δική μας.
Αυτές που νοιάζονται για τους ανθρώπους της διπλανής πόρτας, που βάζουν ρεφενέ γι’ αυτόν που δεν έχει να πληρώσει τα κοινόχρηστα, που κάνουν ενέσεις σε όσους το χρειάζονται, που σκουπίζουν την «αυλή» μας κι ας έχουμε συνεργείο καθαρισμού, που περιποιούνται τον Αχμεντ.
Τον Αχμεντ που τον γνωρίζουν μόνο δυο μέρες, αλλά είναι σίγουρο πως το μεσημέρι θα φύγει για το σπίτι με γεμάτο ταπεράκι. «Καλημέρα σας», τους λέω κι εγώ, και τους στέλνω ένα φιλί που παρασύρεται από το ρεύμα της ανοιχτής πόρτας και χαϊδεύει ένα ένα τα πρόσωπα που με αποχαιρετούν χαμογελώντας. Ο χειμώνας έξω μου μοιάζει σήμερα λιγότερο απειλητικός.
