Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Η νύχτα κρύα, χειμωνιάτικη. Βαδίζω την Πατησίων, ώρα πέντε το πρωί. Τα πρώτα οχήματα του δήμου κινούνται αγουροξυπνημένα. Αδειος ο δρόμος. Τα κίτρινα φώτα χλομιάζουν κι άλλο στο χάραμα της καινούργιας μέρας. Μα από πού ακούγονται αυτές οι φωνές; αναρωτιέμαι.

Τα καταστήματα είναι κλειστά, με κατεβασμένα τα ρολά. Ακόμα και τα ολονύκτια. Βαριές αλυσίδες στις πόρτες. Δεν υπάρχει ψυχή στα πεζοδρόμια. Ούτε οι κουλουράδες δεν ξεμύτισαν ακόμα. Προχωρώ στον μεγάλο δρόμο. Μα από πού ακούγονται αυτές οι φωνές;

Στις γωνίες μυρωδιές από ούρα και σκουπίδια. Στις στοές, σκεπάσματα αφημένα σου θυμίζουν ότι εδώ κοιμούνται άστεγοι. Δεν τους βλέπω όμως τώρα. Λες και η περιοχή απόψε έχει εγκαταλειφθεί από όλους.

Από ανθρώπους, από τρωκτικά, από αδέσποτα. Κι όμως, από κάπου πιο μακριά φτάνουν στ’ αυτιά μου, σαν απόκοσμος αχός, οι φωνές ενός πλήθους. Δεν είναι από τα Εξάρχεια. Κι εκεί τα πράγματα είναι ήσυχα. Βυθισμένα σ’ έναν ήρεμο ύπνο.

Στη γωνία της Στουρνάρη, μπροστά στο Πολυτεχνείο, επιτέλους ένας άνθρωπος. Είναι καθισμένος στο πεζούλι, με το κεφάλι ακουμπισμένο στα πόδια. «Κοιμάται», σκέφτομαι. Τον πλησιάζω και κάθομαι δίπλα του. «Είναι ακόμη νωρίς», μου λέει χωρίς να με κοιτάξει, «δεν ήρθαν οι άλλοι».

«Ακούτε κι εσείς ένα πλήθος να φωνάζει;», τον ρωτώ. «Είναι τα μεγάφωνα», μου απαντά χαμογελώντας αινιγματικά, «δεν υπάρχει κανείς εδώ. Περιμένω τους άλλους. Κάθε χρόνο, τέτοια μέρα, συναντιόμαστε το ξημέρωμα, πριν αρχίσουν οι μουσικές, οι εκδηλώσεις, οι δηλώσεις, τα χειροκροτήματα… ξέρετε. Εσείς; Ησασταν μέσα;». «Οχι», του απαντάω, «εγώ δεν ήμουν ούτε μέσα, ούτε έξω. Ούτε έχω πάει σε καμιά πορεία. Μόλις ήρθα στην πόλη. Την περπατώ για να τη γνωρίσω. Ηθελα να είμαι εδώ σήμερα από νωρίς».

Κουνάει το κεφάλι σαν να λέει: καταλαβαίνω. Κοιτάζω γύρω μου. Ημουν σίγουρη πως κάπου εδώ ένα πλήθος διαδήλωνε, μα δεν υπάρχει κανείς. Στεκόμαστε αμίλητοι. Πίσω μας ο αυλόγυρος του Πολυτεχνείου. Ο τόπος ευωδιάζει από λουλούδια, κομμένα και αφημένα στα κάγκελα.

Στη χαραυγή της μέρας ένας πορτοκαλί ήλιος ανατέλλει από τα βάθη του κέντρου της πόλης. Κάποιες φιγούρες ανθρώπων αχνοφαίνονται στην Πατησίων. Περπατούν αργά στη μέση του δρόμου. Μοιάζουν νέοι. Μα όταν πλησιάζουν, παρατηρώ τις ρυτίδες και τα ασπρισμένα μαλλιά.

Ο συνομιλητής μου σηκώνεται και με αποχαιρετά. Βιάζεται να τους ανταμώσει. Τους κοιτώ. Στέκονται αγκαλιασμένοι μπροστά στην πύλη. Αυτή η πόλη, που μεγαλώνει μαζί μας, σιωπά. Μας περιβάλλει σαν ενεργειακό πεδίο με την ατμόσφαιρα ηλεκτρισμένη από κουβέντες και δάκρυα ενός μυστικού προσκυνήματος.

«Κι όπως σ’ ένα τοπίο μυστικό, αντικριστά στο κήτος, έτσι μια ευλογία που αγνοώ, με κρατάει στο δικό τους το μήκος». Ναι, είμαι κι εγώ εδώ.