Κάτι τέτοιες μέρες, που με παράτες καταφτάνουνε στη χώρα υψηλοί προσκεκλημένοι κι επικρατεί οχλοβοή και γενική ανακατωσούρα, αναθυμάται ο Γιώργης τα παιδικάτα του. Ιδια βαβούρα κι αναστάτωση είχανε και στο σπίτι, κάθε που οι γονείς του ετοιμάζανε τραπέζι σε κάποιον μουσαφίρη περιωπής.
Το ‘χανε, βλέπεις, αυτό το συνήθειο οι δικοί του, να μεγαλοπιάνονται και να καλούνε στο ταπεινό τους σπιτικό κάθε λογής διευθυντάδες, πολιτευτές, κομματικά στελέχη και τοπικούς παραγοντίσκους· θεωρούσανε το τραπέζωμα και τη συναναστροφή αυτού του τύπου μέσο κοινωνικής ανέλιξης κι αποβλέπανε ενδόμυχα σε ανταποδοτικά οφέλη. Αλλωστε, πιστεύανε ότι κανείς δεν χάνεται σαν έχει από κοντά την εξουσία.
Κάνα δυο μέρες πριν από την επίσκεψη ξεκίναγε το βάσανο για τον μικρό, τότε, Γιωργάκη. Αρχιζε η μάνα του φασίνα, να ‘χει το σπίτι ν’ αστράφτει ώστε να θαμπωθεί ο υψηλός επισκέπτης, κι εξοριζότανε ο μπόμπιρας στις πίσω τις αυλές.
Η άσκοπη κυκλοφορία στους κοινόχρηστους χώρους απαγορευότανε ρητά. Ακόμα κι η απλή διέλευση μέσα στο σπίτι γινότανε με περιορισμούς, επάνω σε πατάκια, να μη χαλάσει το παρκέ.
Εχανε ο Γιώργης τον ζωτικό του χώρο· μέχρι και στο δωμάτιό του, έκτακτες ρυθμίσεις είχαν επιβληθεί, με τα παιχνίδια του να θάβονται σε κούτες όπως όπως και το γραφείο του να αποκτά μια τάξη αφύσικη κι ασφυκτική. Κανένα περιθώριο αυτενέργειας δεν του απέμενε και κάθε παρέκκλιση από τα διαταχθέντα επέσυρε αυστηρές κυρώσεις.
Μα και τη μέρα της επίσκεψης, άρχιζε άλλος εφιάλτης. Ιδρωνε ο Γιώργης μες στο κολλαριστό πουκάμισό του, το κουμπωμένο μέχρι πάνω στο τελευταίο του κουμπί, και είχε λάβει εντολή να παρίσταται, μα να μην ενοχλεί· να είναι ευγενικός και να κάθεται φρόνιμος στη γωνιά του, δίχως ν’ ανακατεύεται στις υποθέσεις των μεγάλων και στα πόδια της μάνας του.
Να ευχαριστεί με ενθουσιασμό τον καλεσμένο για το όποιο δώρο θα του φέρει, ακόμα κι αν επρόκειτο για το πιο άχρηστο κι αδιάφορο αντικείμενο του κόσμου.
Να δείχνει γλυκούλης, καλοαναθρεμμένος και πειθήνιος, να κάμει καλή εντύπωση, που λένε, στον σπουδαίο μουσαφίρη. Και σαν ερχότανε η ώρα, να καθίσει στη γωνιά του στο τραπέζι, το γεμάτο με ένα σωρό απίθανους και εξεζητημένους μεζέδες που κανονικά ποτέ δεν θα τους μαγειρεύανε στο σπίτι τους, και να φάει αδιαμαρτύρητα ό,τι του σερβίρουνε και να μη λαδωθεί και τον περάσουνε γι’ αγροίκο.
Κι όλο να γρικά κούφια λόγια κι ανόητες γαλιφιές, υποκριτικά κομπλιμέντα κι επιτηδευμένα χαχανητά.
Κι όταν τελειώνανε όλα αυτά κι έφευγε ο μουσαφίρης με την κοιλιά του χορτάτη φαΐ και τη ματαιοδοξία του χορτάτη κολακείες, για να μην τον ξαναδούνε πιθανότατα ποτέ, αναρωτιότανε ο Γιωργάκης τι στα κομμάτια βγάλανε, εντέλει, οι δικοί του απ’ όλη ετούτη την ταλαιπωρία.
Πέρα απ’ τη φιγούρα στη γειτονιά, πως τάχα αυτοί αξίζουν περισσότερα από τους παρακατιανούς γειτόνους που δεν τους καταδέχεται η υψηλή κοινωνία, μονάχα φανφάρες και σπατάλη χρόνου, χρήματος κι ενέργειας μπορούσε ν’ αντιληφθεί.
Μάλλον θα έφταιγε που ήτανε μικρός και δεν τα καλοκαταλάβαινε όλα αυτά, σκεφτότανε τότε. Πάντως και τώρα που μεγάλωσε, το ίδιο αισθάνεται κάθε φορά που έχουμε στη χώρα κάποιον πολυδιαφημισμένο μουσαφίρη. Πολύ κακό για το τίποτα, όπως με τους υψηλούς επισκέπτες των γονιών του. Ποιος ξέρει, θα του ‘χει μείνει μάλλον κανένα ψυχολογικό από την παιδική του ηλικία.
