Η τραγωδία της Συρίας, που παίρνει πρωτοφανείς διαστάσεις, δεν συνοδεύτηκε από την ανάπτυξη ενός μεγάλου ευρωπαϊκού αντιπολεμικού κινήματος, παρόμοιου με εκείνο που είχε προηγηθεί της αμερικανοβρετανικής εισβολής στο Ιράκ. Δυστυχώς, ούτε στη χώρα μας, τα τελευταία πέντε χρόνια, είχαμε μαζικές διαδηλώσεις για τον τερματισμό του πολέμου στη Συρία.
Ο προηγούμενος αιώνας, αιώνας δύο παγκόσμιων πολέμων και εισόδου του κόσμου στην πυρηνική εποχή, σημαδεύτηκε από μεγάλα αντιπολεμικά και φιλειρηνικά κινήματα.
Το οργανωμένο κίνημα ειρήνης προϋπήρχε των δύο παγκόσμιων πολέμων. Το Διεθνές Γραφείο Ειρήνης, που εδρεύει στη Γενεύη, ιδρύθηκε το 1891 και το 1910 τιμήθηκε με Νόμπελ. Η ιδέα και ο στόχος της ειρήνης έχει συνδεθεί ιστορικά και με την ιδέα της ενοποίησης της Ευρώπης, ήδη από το 1814.
Πριν ξεσπάσει ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, το κίνημα ειρήνης, που ανέπτυξαν οι αριστερές δυνάμεις και το διεθνές εργατικό κίνημα, είχε ταυτιστεί με τον αντιφασισμό, διότι «φασισμός σημαίνει πόλεμος».
Γι’ αυτό και η αντιφασιστική νίκη στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο ήταν και μεγάλη φιλειρηνική νίκη, η οποία σφραγίστηκε, τόσο με το σύνθημα «Ποτέ πια πόλεμος – ποτέ πια φασισμός», όσο και με την ίδρυση του ΟΗΕ, ως εγγυητή της μεταπολεμικής ειρήνης και παγκόσμιας ασφάλειας.
Ωστόσο, οι μεταπολεμικές εξελίξεις δεν ακολούθησαν την υπόσχεση που δόθηκε από τους νικητές του πολέμου, ούτε από τα μηνύματα που προέκυψαν από τη Δίκη της Νυρεμβέργης.
Λόγω του ψυχρού πολέμου και της οξύτατης αντιπαράθεσης ΗΠΑ – ΕΣΣΔ, κάποιοι είχαν μιλήσει τότε για «το αναπόφευκτο του πολέμου».
Δεν ανεκόπη, όμως, η ανάπτυξη του κινήματος ειρήνης, που οργανώθηκε παγκοσμίως και πήρε, κατά κύριο λόγο, τη μορφή κινήματος αποτροπής της πυρηνικής απειλής, αποκτώντας τέτοιο εύρος και δυναμική, ιδιαίτερα στην Ευρώπη, ώστε να χαρακτηριστεί «διπλωματία των λαών».
Προφανώς, όταν λέμε ειρήνη, ως Αριστερά δεν εννοούμε την απουσία του πολέμου.
Μιλώντας για ειρήνη, μιλάμε για πολλά πράγματα ταυτόχρονα. Μιλάμε για δημοκρατία, ανθρώπινα δικαιώματα, ασφάλεια μέσω του αφοπλισμού, σε τελευταία ανάλυση, για κοινή ασφάλεια και όχι μόνο για εθνική ασφάλεια.
Αν έτσι έχουν τα πράγματα, χρειαζόμαστε σήμερα ένα πλατύ και πολύμορφο κίνημα ειρήνης, συνδεδεμένο με όλα τα κινήματα, διότι η ειρήνη είναι το πρόβλημα των προβλημάτων και πρέπει να την αναζητούμε μέσα από την επίλυση όλων, συμπεριλαμβανομένων των κοινωνικών και οικολογικών.
Μια τέτοια προσέγγιση για την ανάπτυξη του κινήματος ειρήνης θέτει στο επίκεντρο και το κρίσιμο ζήτημα του ελέγχου και της μείωσης των παγκόσμιων στρατιωτικών δαπανών, που εδώ και χρόνια έχουν υπερβεί κατά πολύ τα επίπεδα του ψυχρού πολέμου και σήμερα αναλογούν ημερησίως σε περίπου 5 δισ. δολάρια.
Το τι σημαίνει αυτό για τις οικονομίες των χωρών και πολύ περισσότερο για τις κοινωνίες, μπορεί να το αντιληφθεί κανείς σχετικά εύκολα.
Στην Ελλάδα ξέρουμε τι σημαίνουν οι υπέρογκες στρατιωτικές δαπάνες και η δικαιολόγησή τους στο όνομα της εθνικής ασφάλειας.
Ξέρουμε, από πικρή πείρα, ότι γύρω από τους πολυδάπανους εξοπλισμούς στήθηκαν «μεγάλα φαγοπότια», τα οποία ωφέλησαν κατά κανόνα τις εταιρείες εμπορίας όπλων, είτε εγχώριες είτε άλλων χωρών, πρωτίστως αμερικανικές, γαλλικές και γερμανικές.
Ξέρουμε ότι το εμπόριο των όπλων αποτελεί μεγάλη πηγή διαπλοκής και διαφθοράς, ενώ παλαιότερα, κάποιοι εκ των κυβερνώντων μιλούσαν για τη λεγόμενη «διπλωματία των εξοπλισμών».
*Μέλος της Κ.Ε. και συντονιστής του Τμήματος Διεθνών Σχέσεων και Θεμάτων Ειρήνης του ΣΥΡΙΖΑ
