Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ποια ηθοποιός και τραγωδός και υπουργός… Τι λέμε τώρα; Για ποια μιλάμε; Για τη Λυδία Κονιόρδου; Ε, αυτά είναι που γνωρίζουν οι πολλοί. Αφήστε με, όμως, να σας πω και τ’ άλλα. Να σας μιλήσω εγώ γι’ αυτόν τον εφιάλτη μου. Να ομολογήσω τα μαρτυρικά κυριακάτικα απογεύματά μου όταν επρόκειτο να τη συναντήσω, αυτήν και τις φίλες της, αλλά κυρίως αυτήν.

Από την προηγουμένη του ραντεβού το στομάχι σφιγγόταν. Η σκέψη κλωθογύριζε στη συνάντηση, τα σχέδια αντιμετώπισης της Λυδίας διαδέχονταν το ένα το άλλο. Με εκνεύριζε γιατί ήταν η καλύτερη, το ήξερα, αλλά σιγά να μην της το έδειχνα.

Τη στιγμή της συνάντησης, μάλιστα, δεν της έριχνα καμία ευθεία ματιά -όλες μου όμως οι αισθήσεις ήταν πάνω της, στις κινήσεις της, στη θέση της, στο πώς να την πιάσω στον… ύπνο, να την αιφνιδιάσω… πώς θα την αποκρούσω.

Μισούσα την κοτσίδα της που χοροπηδούσε στην πλάτη της, τα μονίμως κόκκινα μάγουλά της, λες και ντρεπόταν συνεχώς, ενώ ξεδιάντροπα μας κάρφωνε.

Δεν είχαμε πολλά πολλά, δεν μιλιόμασταν. Τα ραντεβού μας τα κανόνιζε η Ομοσπονδία Πετοσφαίρισης και ο τόπος ήταν ή στο Ζηρίνειο ή στο Σπόρτιγκ.

Εδρα της το πρώτο, δική μου έδρα το δεύτερο. Τις περισσότερες φορές -αν όχι όλες- με κέρδιζε, κι ας έπαιζα στην έδρα μου –και τότε δεν υπήρχε το χούι να φταίει για όλα ο διαιτητής. Τη ζήλευα, αλλά την αναγνώριζα ως αντίπαλο: η Λυδία ήταν εκπληκτική βολεϊμπολίστρια.

Είχε τον έλεγχο του γηπέδου, δύναμη στα χέρια, χωρίς ιδιαίτερα μεγάλο άλμα αλλά με τα καρφιά της πάντα στον στόχο, τραυματικά και εξοντωτικά, έξυπνα πλασέ και υπολογισμένα σερβίς.

Πολλές φορές, όταν δεν έπαιζε η δική μου ομάδα, καθόμουν στις κερκίδες και παρακολουθούσα παιχνίδι του ΖΑΟΝ για να μελετώ τις αντιδράσεις της, τα ρεφλέξ της, την ετοιμότητά της. Βρε, μπας και την κρυφοθαύμαζα τελικώς;

Τα χρόνια πέρασαν. Ηρέμησαν οι Κυριακές μου. Στο Ζηρίνειο μπήκαν άλλες αθλήτριες· το Σπόρτιγκ διέλυσε τις ομάδες του.

Εκείνη μάζεψε τα καρφιά από τα γήπεδα του βόλεϊ κι άρχισε μ’ αυτά να καρφώνει στους τοίχους της τίτλους, διακρίσεις και βραβεύσεις από τον θεατρικό χώρο, αφού έγινε ηθοποιός και μάλιστα κορυφαία. Εγώ, ευτυχώς όχι, γιατί και πάλι θα τη μισούσα.

Παρακολουθούσα πλέον την εξέλιξη της Λυδίας άλλοτε από τα θεατρικά καθίσματα, άλλοτε από τα διαζώματα των αρχαίων θεάτρων. Με τα χρόνια, ακατάληπτο πώς, λόγω βεβαρημένης –εν αγνοία της– αντιπαλότητας, μεταμορφώθηκα σε φανατική θαυμάστρια και υποστηρίκτρια του έργου της, ακόμη κι όταν δεχόταν τα πυρά των κριτικών για κάποιες παραστάσεις, όπως η «Μήδεια» του Ανατόλι Βασίλιεφ (2008 – Επίδαυρος).

Και τώρα, η Λυδία υπουργός Πολιτισμού. Είμαι σίγουρη ότι θα τα καταφέρει, γιατί έχει το εκνευριστικό χάρισμα να τελειοποιεί ό,τι αφήνεται στα χέρια της, γιατί έχει ένα απίστευτο δημιουργικό πείσμα, γιατί δουλεύει μέχρις εξαντλήσεως.

Εύχομαι στην παλιά συναθλήτριά μου καλή επιτυχία και δύναμη, από καρδιάς. Να, όμως, που νιώθω και πάλι ένα τσίμπημα ζήλιας.

Μα αφού δεν πρόκειται να γίνω υπουργός –κι όχι μόνο γιατί δεν δίνω το τηλέφωνό μου στους αρχηγούς κυβερνήσεων–, γιατί νιώθω έτσι;

Ναι λοιπόν, ζηλεύω τις μοναδικά επιλεγμένες εσάρπες της που έρχονται εμβόλιμα να ολοκληρώσουν το επιβλητικό παρουσιαστικό της, τη δωρική εικόνα της.

Δυνατά, Λυδία, για τον «λούκουμο»!