Δυο λόγια του Ζακ Λακάν προς τους συνέδρους και τον Τσίπρα από το δέκατο έβδομο σεμινάριο «Το αντίστροφο της ψυχανάλυσης», που έλαβε χώρα την περίοδο του Μάη του ’68.
Α. «Η αλήθεια είναι πρώτα από όλα αποπλάνηση, με σκοπό να σας πιάσει κορόιδο. Για να μην παγιδευτείτε, πρέπει να είστε δυνατοί. Δεν είναι η περίπτωσή σας».
Β. «Για να πούμε την αλήθεια, η γνώση μόνο εκεί που είναι ψευδής μεριμνά για την αλήθεια. Κάθε γνώση που δεν είναι ψευδής, δεν δίνει πεντάρα για αυτήν. Επαληθευόμενη, μόνο η μορφή της αποτελεί έκπληξη, έκπληξη ενός αμφίβολου κατά τα άλλα γούστου».
Κατόπιν αυτού, είναι νομίζω αυτονόητο –άσχετο αν δεν το επιβεβαιώνει ο Δουζίνας ή ο Μουζέλης– ότι ο ΣΥΡΙΖΑ επειδή αυταπατάται, χάνει, διότι δεν αναγνωρίζει την αλήθεια ως ανώτερη μορφή ψεύδους. Χάνει γιατί είναι υποχρεωμένος να πει ψέματα, θέλοντας να πείσει πως λέει αλήθεια.
Αλλά τι μάταιος κόπος για την πολιτική της κυβερνώσας Αριστεράς να διακατέχεται και αυτή από το άγχος της επαλήθευσης, ενώ την αξία του ψέματος, δηλαδή τη διαχείριση του εφικτού ως του μεγαλύτερου ψεύδους, θα έπρεπε να προβάλλει. Χθες είχα την ευκαιρία απευθυνόμενος (νοερά) στον Τσίπρα να σημειώσω στο «Βήμα της Κυριακής» πως δεν έχει καταλάβει ότι η ιστορία της μοναδικής αλήθειας -όταν δεν είναι θεολογικό εγχείρημα για τον Ιερώνυμο- δεν είναι απλώς αντιφατική αλλά και άγραφη.
Διότι η γραμμένη Ιστορία στις σελίδες των προγραμμάτων του ΣΥΡΙΖΑ και των πρακτικών του συνεδρίου του οδηγείται και αυτή στους κάδους καταστροφής εγγράφων των τραπεζών, που είναι οι σημερινοί σκουπιδοτενεκέδες της Ιστορίας, όταν η Ιστορία είναι για τα σκουπίδια.
Αλλά ποιος θα ακούσει τον Μπένγιαμιν (ο Μπαλτάς;): «Γράφεις Ιστορία σημαίνει ευθυγραμμίζεσαι με τη μνήμη των νικημένων». Γράφεις δηλαδή Ιστορία όταν ηττάσαι.
Ποιος είπε ότι «οι σοσιαλδημοκράτες διανοούμενοι είναι παντός καιρού»;
Εγώ προσωπικά παραμένω διανοούμενος του κακού μου του καιρού, επαναλαμβάνοντας προς τους δεξιούς, κεντρώους, κεντροαριστερούς και αριστερούς πολιτικούς ότι η σκέψη τους εκλαμβάνει ως αντικείμενο πάντοτε κάτι άλλο από αυτό που είναι η σκέψη.
Και πως οι πράξεις τους πάντοτε κάτι άλλο από αυτό που οι μαρξιστές ονόμαζαν «πράξη». Ελιγμό θα το έλεγαν οι δεξιοκεντροαριστεροί. Αυταπάτη οι αριστεροί. Και τούμπαλιν.
