Μερικές φορές, έρχεται ξαφνικά στην πόρτα σου το νεανικό χθες. Πιερ Πάολο Παζολίνι: «Οι στάχτες του Γκράμσι» (Οροπέδιο, 2016). Τι είπε ο Παζολίνι στον Γκράμσι; Τι λέμε σε καταγωγικούς προγόνους;
Είναι μια άσκηση που η σημερινή Αριστερά φαίνεται να έχει εγκαταλείψει. Ισως να δένουμε τον δικό μας λογισμό με τη δική τους ζωή όπως την ξέρουμε, όπως νομίζουμε πως την ξέρουμε ή όπως τη γνωρίσαμε μέσα από τη δική τους αλλά και τη δική μας εμπειρία του κόσμου.
Ομως, τη στιγμή που οι βιογραφίες τέμνονται -παρότι ιστορικά ξεχωριστές- ο διάλογος φωτίζει, το σχόλιο αποκτά ορμή. Το κείμενο ανατροφοδοτεί, ακόμη κι αν αποκηρύσσει∙ ανιχνεύει, εδώ, την περίφημη ηγεμονία και την αντιηγεμονία:
…με την καρδιά που ζει μόνον μέσα στην ιστορία / θα μπορέσω ποτέ ξανά να λειτουργήσω με καθαρό πάθος / εάν ξέρω πως η δική μας ιστορία τελείωσε;
Οι «Στάχτες του Γκράμσι», τα έντεκα ποιήματα που έδωσε στη δημοσιότητα ο Παζολίνι το 1957, είναι μια Νέκυια: μια νεκρική συνομιλία που στοχεύει στη ρύθμιση της εκκρεμότητας μεταξύ ενός πνευματικού κληρονόμου και του νεκρού Γκράμσι που, μετά τον πόλεμο, μοιάζει περισσότερο ζωντανός απ’ ό,τι ήταν όταν έγραφε τα «Τετράδια της φυλακής» τη δεκαετία του 1920.
Ο Γκράμσι έδωσε ώθηση στη διανόηση της Ιταλίας, επηρέασε τη σύγχρονη σκέψη όταν εκδόθηκαν τα έργα του από το 1947 και μετά∙ μπήκε στις σχολές.
Ο Παζολίνι εκείνη την εποχή έβλεπε την αποφασιστοποίηση αλλά και τη διαπόμπευση των γυναικών που είχαν ξαπλώσει με Γερμανούς∙ έβλεπε την πολιτικοποίηση του σεξ, το Κομμουνιστικό Κόμμα να τον αποπέμπει για την ομοφυλοφιλία του.
Εβλεπε την εισβολή του Κόκκινου Στρατού στην Ουγγαρία, τον αστερισμό των δυτικών μαρξισμών να αποκηρύσσουν το σοβιετικό μοντέλο∙ έβλεπε τους γόνους της αστικής τάξης να κρατούν ψηλά την επανάσταση και να χτυπούν τους επιφορτισμένους με την τήρηση της τάξης χαμηλόμισθους γιους των μικροκαλλιεργητών του Νότου.
Στην αυλαία ανθίζει της μεταπολεμικής Δύσης μια νέα ιστορία: / Ζω αγαπώντας τον κόσμο που μισώ∙ στη δική του / μιζέρια υπερόπτης και σπαταλημένος –για μια νέα / ζοφερή διαστροφή της συνείδησης… Να είμαι με σένα κι εναντίον: / με σένα στην καρδιά, στο φως / κι ενάντια σε σένα στα σκοτεινά μου σπλάχνα, των πατρώων / συμβόλων προδότης∙ στη σκέψη ίσως / και στην πράξη… Μα όπως εγώ κατέχω την Ιστορία εδώ, αλλού / με κατέχει εκείνη…
Ο ποιητής των εικόνων, του «Ακατόνε», του «Μάμα Ρόμα», του «Δεκαήμερου» και της απεικόνισης της φρίκης του φασισμού στο κύκνειο «Σαλό ή 120 μέρες στα Σόδομα» είπε τις αλήθειες της δικής του εξορίας – της παράξενης απομόνωσης των ατόμων που βρέθηκαν στο κέντρο των καιρών τους.
Και οι δύο, Γκράμσι και Παζολίνι, υπήρξαν υποδειγματικοί. Αναγνωρίστηκαν στη ζωή και μετά τον θάνατό τους.
Και οι δύο έπεσαν θύματα εκείνου του είδους της δολοφονίας που οι Ιταλοί ονομάζουν omicidi eccellenti (φυσική εξόντωση επιφανών που είναι επικίνδυνοι∙ που ενοχλούν). Και οι δύο ενόχλησαν τον φασισμό.
Ο Γκράμσι, συνιδρυτής το 1921 του Ιταλικού Κομμουνιστικού Κόμματος, γενικός γραμματέας του, εκλεγμένο μέλος του κοινοβουλίου, φυλακίστηκε από τον Μουσολίνι το 1926 και παρέμεινε στη φυλακή έως τον θάνατό του, στη Ρώμη, το 1937.
Ο Παζολίνι κατακρεουργήθηκε το 1975 κοντά στη Ρώμη από έναν 17χρονο εκπορνευόμενο τότε, τον Πίνο Πελόζι.
Ο Πελόζι μετά από χρόνια υποστήριξε ότι τον Παζολίνι τον σκότωσαν τρεις φασίστες ξυλοκοπώντας και βρίζοντάς τον βρομοκομμούνι και παλιαδερφή – με την υπόθεση, ωστόσο, του πολιτικού εγκλήματος να μένει αδιευκρίνιστη.
Με τέτοια μικρά κείμενα, μπαίνεις στον πειρασμό να σκεφτείς ότι η Ευρώπη, που το 1949 υποτίθεται ότι «άφηνε τον φασισμό πίσω της» με τη σύσταση της νέας Ομοσπονδιακής Γερμανίας, δεν έμαθε απολύτως τίποτα.
Οτι από φόβο για το μέλλον επινόησε μια καλοκάγαθη μυθοπλασία μεταπολεμικής ενότητας (φανταστείτε τον Τίτο να απευθύνεται στην «ευτυχισμένη Γιουγκοσλαβία») η οποία θα επέτρεπε να ξεχαστούν τα γεγονότα που δημιουργούσαν ενοχές σε αυτούς που έσπειραν τον όλεθρο στην ήπειρο: στους άπληστους∙ στους φιλοπόλεμους∙ στους πραγματικούς εχθρούς.
Διαισθάνεσαι ότι ο κάματος να αποκατασταθεί οπωσδήποτε η Δεξιά, σαν ένα απολιτικό, καταναλωτικό, αντικομμουνιστικό, δίχως τάξεις, προστατευμένο υπό την ομπρέλα των ΗΠΑ και χωρίς μνήμη κουκούλι, δεν κατέληξε απλά σε ένα ευρωπαϊκό και παγκοσμιοποιημένο δυτικό ξέπλυμα τραπεζικού τύπου, αλλά επιτρέπει σε ακροδεξιούς, εθνικιστές και νεοναζί να νομίζουν ότι είναι θύματα μιας Ιστορίας η οποία, τρόπον τινά, παρανόησε.
Και ακόμα χειρότερα, στην Ελλάδα της θλίψης, ακούγοντας τον Μητσοτάκη στη Βουλή να κομπάζει για τα πτυχία του και να λέει «εγώ είμαι εδώ και εσείς πρέπει να φύγετε», είναι σαν να ακούς το πρελούδιο της μελλοντικής βλάβης.
Είναι σαν να βλέπεις τους σπόρους της ευρωζώνης να αυξάνουν τη δομική ισχύ του κεφαλαίου έναντι της εργασίας και το κράτος του οποίου θέλει να ηγηθεί, λόγω του υπερβολικού χρέους και της εξάρτησής του από το κεφάλαιο και τις επενδύσεις, να ανταποκρίνεται περισσότερο στις απαιτήσεις των επιχειρήσεων, επιβάλλοντας πειθαρχία στους πρεκάριους, πιέζοντας για χαμηλότερους μισθούς και συντάξεις, φορολογώντας τους ήδη φτωχούς, τα συνήθη υποζύγια.
«Αντίο, προλεταριάτο;» Ή μήπως «δεν τελείωσε η δική μας ιστορία;»
