Ανακάλυψα τυχαία τις προάλλες, ψαχουλεύοντας στα ντουλάπια της κουζίνας στο πατρικό μου σπίτι, έναν παλιό καρυοθραύστη. Κείτονταν ξεχασμένος στο βάθος ενός συρταριού, παραχωμένος μέσα σε πετσετάκια και σουβέρ.
Ηταν από αυτούς που μοιάζουνε με ασημένια τανάλια και μαγκώνουνε το καρύδι σε δυο χειρολαβές· αν ο χειριστής δεν είναι επιδέξιος και στοιχειωδώς χεροδύναμος, ή που θα μείνει με την όρεξη και με ένα αθρυμμάτιστο καρυδοκαύκαλο ή που κινδυνεύει να εκσφενδονίσει το καρύδι και τα τσόφλια του προς οποιαδήποτε απρόβλεπτη κατεύθυνση.
Πιο ασφαλείς και πρακτικοί οι καινούργιοι καρυοθραύστες, που στην απόληξή τους έχουν μια θήκη μες στην οποία φωλιάζει το καρύδι που θα τσακιστεί, συνήθως συμμετρικά και δίχως ανεπιθύμητους εκσφενδονισμούς.
Χρόνια είχα να το πιάσω στα χέρια μου ετούτο εδώ το παροπλισμένο εργαλείο και μου ξύπνησε θύμησες. Υπερωρίες έγραφε κάθε Σεπτέμβρη, την εποχή που μαζεύουνε τα καρύδια.
Σακιά τα κατεβάζαμε απ’ το χωριό· αφού τα καθαρίζαμε καλά απ’ την πράσινή τους φλούδα, τ’ απλώναμε στον ήλιο, μέσα σε σεντόνια, κουρελούδες και ταψιά, να ξεραθούνε.
Κι έπειτα, τ’ απογέματα τριγύρω απ’ το τραπέζι, πιάναμε ψιλή κουβέντα καθώς σπάζαμε και ξεφλουδίζαμε μ’ ετούτον τον ταπεινό κι ακούραστο καρυοθραύστη τα καρύδια μας, παραγεμίζοντας βάζα και δοχεία με το χρυσαφένιο τους καρπό, να περάσουμε ολάκερο τον χειμώνα.
Και τα βράδια που περόνιαζε το κρύο και μάνιζε έξω η μπόρα, πόσες βεγγέρες κάναμε, αλήθεια, με το ευλογημένο ετούτο ξηροκάρπιο να μας γλυκαίνει το στόμα και να μας ζεσταίνει το κορμί.
Συντροφιασμένο με σταφίδα σουλτανίνα, δίδυμο αχώριστο τα δυο τους, κι ενίοτε με τσικουδιά, πάντοτε κέρασμα αρχοντικό· συγκολλητική ουσία της παρέας, μα και παυσίλυπο της μοναξιάς συνάμα. Πολύτιμο και στη μαγειρική, σ’ ένα σωρό γλυκίσματα και φαγητά, είτε σαν πρωταγωνιστής είτε σαν γαρνιτούρα.
Ακόμη και το τσόφλι του, που το τσουβαλιάζανε και τ’ αποθηκεύανε οι προνοητικοί, είναι προσάναμμα σπουδαίο, για παραστιές και ξυλόφουρνους.
Βρήκα πέντε-έξι καρυδάκια και στρώθηκα να δοκιμάσω τον πολυκαιρισμένο μου καρυοθραύστη, μετά από τόσα χρόνια. Να παιανίσει το κροτάλισμά του τον ερχομό του φθινοπώρου, καθώς τσακίζει το καρύδι στις δαγκάνες του.
Πλανεμένοι από τους μύθους των σύγχρονων καιρών, ξεχάσαμε πώς είναι να γευόμαστε την αλλαγή των εποχών· πιστέψαμε πως δεν υπάρχει νόημα και λόγος κι ούτε πως αξίζει να σπαταλιέται χρόνος σε τέτοιες υποθέσεις.
Γιατί η κάθε εποχή δεν χαρακτηρίζεται μονάχα από τα καιρικά φαινόμενα και δεν αρκεί ένα δελτίο καιρού για να την περιγράψεις· έχει τους ήχους της, τις μυρωδιές της, τις γεύσεις της και τους καρπούς της, τα χρώματα και την υφή της, τη μουσική και το τέμπο της.
Κουβαλά συνήθειες και τρόπους σμιλευμένους απ’ το αμόνι του αιώνα. Βιώνεται με τις αισθήσεις και όχι με το φυλλομέτρημα του ημερολογίου.
Ας ζούμε μέσα στην παραζάλη των καιρών, που προσπερνούν, αλαζονικά κι επιτιμητικά, την αρμονική γεωμετρία των αισθήσεων, αποθεώνοντας τη στείρα γραμμικότητα του εφήμερου και του λογιστικού κέρδους.
Πάντοτε θα ξεθάβουμε σε χρόνο ανύποπτο τέτοιους θησαυρούς, σαν τον καρυοθραύστη μου καλή ώρα, να μας θυμίζουνε πως έχουμε καταβολές και υπόσταση κι ότι δεν είμαστε άβουλα ολογράμματα σ’ ένα ατέρμονο κι ανθρωποφάγο παιχνίδι αριθμών στον υπολογιστή.
