Τον τελευταίο καιρό έχει ξεσπάσει στο Κόσοβο ένα σκάνδαλο γνωστό ως «Υπόθεση Pronto», το οποίο αφορά διαρροές τηλεφωνημάτων πολιτικών προσώπων με πρωταγωνιστή τον Αντέμ Γκραμπόβτσι, αρχηγό της Κοινοβουλευτικής Ομάδας του Δημοκρατικού Κόμματος Κοσόβου (PDK).
Τα τηλεφωνήματα αφορούν τον διορισμό προσώπων του κόμματος σε νευραλγικές θέσεις με σκοπό την επιρροή στη λήψη σημαντικών αποφάσεων.
Με το ξέσπασμα του σκανδάλου η κυβέρνηση αρνήθηκε το προφανές: ο Γκραμπόβτσι δήλωσε ότι «δεν είναι έγκλημα να προσλαμβάνεις κόσμο» και ενώ η Γενική Εισαγγελία αρχικά δήλωσε ότι δεν πρόκειται για παράνομη διαδικασία, η EULEX (Αποστολή της Ευρωπαϊκής Ενωσης στο Κόσοβο) έκρινε ότι η υπόθεση πρέπει να ερευνηθεί.
Υστερα από διαμαρτυρίες ο Γκραμπόβτσι παραιτήθηκε και οδηγήθηκε στον εισαγγελέα, παραμένοντας, ωστόσο, στη Βουλή.
Συνομιλώντας με μια νεαρή διαδηλώτρια, με αφορμή το σκάνδαλο αυτό, τη ρώτησα αόριστα αν φοβάται. Η απάντηση ήταν αφοπλιστική: «Διαρκώς. Φοβάμαι μη μείνω κολλημένη σε μια χώρα δίχως προοπτικές».
Στην Ελλάδα, ίσως για διαφορετικούς λόγους, η ιστορία αυτή δεν ξαφνιάζει –θα έλεγε κανείς ότι η διαφθορά στα Βαλκάνια είναι σύνηθες φαινόμενο στην πολιτική ζωή και την καθημερινότητα. Σε αυτή τη μικρή περιοχή των Βαλκανίων, λοιπόν, η Ευρωπαϊκή Ενωση αποτελεί το μοναδικό φως στο τούνελ, παρά το γεγονός ότι αντιμετωπίζει, εν όψει του Brexit, τη σοβαρότερη εσωτερική κρίση της παράλληλα με την τεράστια εισροή προσφύγων από τη Συρία και την άνοδο της Ακροδεξιάς σε όλη τη Γηραιά Ηπειρο.
Το Κόσοβο μετρά οκτώ χρόνια από την ανακήρυξη της ανεξαρτησίας του, έχει αναγνωριστεί από 112 χώρες-μέλη των Η.Ε. ενώ πέντε χώρες της Ευρωπαϊκής Ενωσης έχουν αρνηθεί την αναγνώρισή του, μεταξύ αυτών και η Ελλάδα.
Πρόκειται για μια χώρα της οποίας ο πληθυσμός έχει μέσο όρο ηλικίας τα 26 έτη, όπου η άνοδος μιας νέας, δραστήριας και δυναμικής ιντελιγκέντσιας υπαγορεύει σθεναρά την ανάγκη για ένα πιο ελπιδοφόρο μέλλον, παράλληλα με την πρόσφατη πτώση της ανεργίας στο 32,9%.
Ενδεχομένως η εικόνα που έχουμε για τη χώρα έχει μείνει στις παραστάσεις του πολέμου, στους φόβους των γειτονικών κρατών για τη δημιουργία μιας Μεγάλης Αλβανίας, ενώ αργότερα παγιώθηκε η αντίληψη ότι επρόκειτο για το άντρο της διαφθοράς και της εγκληματικότητας.
Από το 1999 έως σήμερα, ωστόσο, και με την επίσημη ανακήρυξη της ανεξαρτησίας του Κοσόβου το 2008, πέρα από την αλβανική, δημιουργείται μια νέα, αυστηρά κοσοβάρικη ταυτότητα.
Σύμφωνα με τον υπουργό Ευρωπαϊκής Ολοκλήρωσης, Μπεκίμ Τσολάκου, η ταυτότητα αυτή διαχωρίζεται από την αλβανική όχι μόνο γεωγραφικά, αλλά και ιστορικά –«το να είσαι Κοσοβάρος σημαίνει ότι είσαι πολίτης αυτής της χώρας που έχει υποφέρει πολύ, που έχει διαφορετική Ιστορία από αυτήν της Αλβανίας.
»Και η Αλβανία έχει υποφέρει, αλλά εμείς έχουμε υποφέρει λόγω του κομμουνιστικού καθεστώτος. Εχουμε υποφέρει διότι είμαστε Αλβανοί και ζήσαμε πολλά χρόνια υπό αυτό το καθεστώς.
»Επομένως τα βάσανά μας ήταν διαφορετικά, πολεμήσαμε για την ελευθερία μας και για να φτιάξουμε το δικό μας κράτος όπως και οι άλλες χώρες της πρώην Γιουγκοσλαβίας –η ανεξαρτησία μας και το κράτος μας έχουν μια λογική συνέχεια. Η διαφορά μας ήταν στον τρόπο που κερδίσαμε την ελευθερία μας, που χτίσαμε το κράτος και διακηρύξαμε την ανεξαρτησία μας, στον τρόπο που αγωνιζόμαστε να κερδίσουμε τη θέση που μας αξίζει στον κόσμο και στους διεθνείς οργανισμούς».
Πολλοί πιστεύουν ότι η αναδυόμενη αυτή ταυτότητα είναι, ή θα έπρεπε να είναι, πολυπολιτισμική, δεδομένης της πλούσιας πολιτιστικής κληρονομιάς της περιοχής και της αντιπροσώπευσης εθνικών κοινοτήτων στη Βουλή.
Ετσι, εστιάζοντας σε έναν νεαρό πληθυσμό, ένα νεοσύστατο κράτος και μια ταυτότητα υπό διαμόρφωση, ο ρόλος της Γηραιάς Ηπείρου και της διεθνούς κοινότητας παραμένει αινιγματικός, ειδικά σε συνδυασμό με τις πιέσεις της Ρωσίας και της Σερβίας που δεν έχουν επιτρέψει την είσοδο του Κοσόβου στον ΟΗΕ και την UNESCO.
Η διαδρομή του Κοσόβου προς την ανεξαρτησία και τη διεθνή αναγνώριση είναι αδιαμφισβήτητα η πιο μακρά και πολύπλοκη σε σχέση με τις υπόλοιπες χώρες της πρώην Γιουγκοσλαβίας.
Υπήρξε –και εξακολουθεί να είναι– το μήλον της έριδος ανάμεσα σε δύο σημαντικές εθνότητες των Βαλκανίων με διαφορετικές παραδόσεις, γλώσσα, Ιστορία και πολιτισμικά στοιχεία –και αυτοί είναι μόνο οι φαινομενικοί λόγοι της παλαιάς σύγκρουσης.
Στη διαδρομή αυτή και με την ανάδειξη της νέας ταυτότητας υφέρπει πλέον ο φόβος των Κοσοβάρων ότι αν δεν υπάρξουν αλλαγές, το αποτέλεσμα θα είναι η ανάδειξη μιας νέας Βοσνίας-Ερζεγοβίνης με κατακερματισμένο πολιτικό σύστημα, όπου η λήψη αποφάσεων και η πρόοδος θα αποτελούν αρτηριοσκληρωτικές διαδικασίες.
Οι διαδικασίες για την ένταξη του Κοσόβου στην Ευρωπαϊκή Ενωση, βέβαια, δεν είναι λιγότερο χρονοβόρες, ενώ η εξασφάλιση τουριστικής βίζας για το εξωτερικό αποτελεί δαπανηρή διαδικασία που μπορεί να διαρκέσει μήνες, και μάλιστα χωρίς αποτέλεσμα.
Το γεγονός καθαυτό είναι αποκαρδιωτικό, ειδικά αν αναλογιστεί κανείς την ευρωπαϊκή υπόσχεση στη Σύνοδο της Θεσσαλονίκης το 2003 για την ένταξη των δυτικών Βαλκανίων στην Ε.Ε., συμπεριλαμβανομένου και του Κοσόβου.
Υπό αυτές τις συνθήκες, το νεαρό της ηλικίας των Κοσοβάρων είναι ευχή και κατάρα ταυτόχρονα –από τη μία είναι σημαντικό εφόδιο και εφαλτήριο προόδου για ένα νέο κράτος κι από την άλλη η ενδεχόμενη απογοήτευση ενός τόσο νεαρού πληθυσμού είναι τεράστιο ρίσκο.
Εδώ έρχεται να προστεθεί μια γραφειοκρατική Ευρώπη που τρέχει ασθμαίνοντας να προλάβει την Ιστορία.
Οσο, λοιπόν, η ένταξη δεν είναι ορατή, υφέρπει ακόμη ένας κίνδυνος: η ανάδειξη ακραίων κινημάτων, τα οποία με λαϊκά (ή λαϊκιστικά) ερείσματα κεφαλαιοποιούν την απογοήτευση και τους ενδόμυχους φόβους του λαού –φαινόμενο καθόλου ξένο άλλωστε ως τάση σε όλη την Ευρώπη με, δυνητικά, ολέθρια αποτελέσματα.
Στην περίπτωση του Κοσόβου ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι οι, αδύναμοι ακόμη, ακραίοι εθνικιστές Vetevendosje (13,59%, 16 έδρες), που, σύμφωνα με τις δικές τους αντιλήψεις, είναι πρωτίστως κίνημα και υποστηρίζουν την προσάρτηση στην Αλβανία, την κρατική παρέμβαση στην οικονομία με έμφαση στην παραγωγή, ενώ παράλληλα είναι εναντίον της διεθνούς κοινότητας και της ανάμιξής της στο Κόσοβο.
Πέρα από το θεωρητικό υπόβαθρο που προβληματίζει έντονα, οι τακτικές –όπως η ανατροπή οχημάτων της EULEX στο πλαίσιο διαμαρτυρίας το 2009– είναι εξίσου αμφιλεγόμενες.
Είναι προφανές ότι το Κόσοβο θα έχει σημαντικά ευεργετήματα από την ένταξή του στην Ε.Ε. –ένα ερώτημα είναι τι θα προσφέρει το Κόσοβο στην Ευρώπη.
Η επίσημη απάντηση ξεκινά από τις κοινές αξίες και καταλήγει στην εξασφάλιση της πολυπόθητης σταθερότητας στα Βαλκάνια, δεδομένης της γεωπολιτικής θέσης της χώρας και του πρόσφατου παρελθόντος –πολλοί, δε, θα θεωρήσουν το πρώτο σκέλος τυπικότητα. Στην παρούσα συγκυρία όμως, η αναθεώρηση του ευρωπαϊκού ιδεώδους επείγει.
Ακόμη ένα ερώτημα, λοιπόν, είναι, πέρα από τις απαιτούμενες αλλαγές στα Βαλκάνια για να ενταχθούν στην Ευρωπαϊκή Ενωση, ποιες είναι οι αλλαγές που απαιτούνται από την Ευρώπη όχι μόνο για να σταθεροποιηθεί η ίδια στην παρούσα μορφή της με το επικείμενο Brexit, αλλά και να μπορέσει να δεχτεί στους κόλπους της νέες χώρες, αποφεύγοντας τα προβλήματα του ευρωπαϊκού Νότου και την πόλωση που παρατηρείται στο επίκεντρο της κρίσης και ευρύτερα.
Η εικόνα, άλλωστε, μιας χώρας αλλάζει όχι αυτόνομα, αλλά σε αλληλεπίδραση με το διεθνές σκηνικό, πράγμα που σημαίνει ότι όσο η επίτευξη προόδου είναι πολυπαραγοντική, άλλο τόσο είναι και η αποτυχία και το βάρος της ευθύνης.
