Τις τελευταίες μέρες ναυάγησε πριν καν ξεκινήσει μία ακόμη προσπάθεια για την περιβόητη συνένωση του χώρου της Κεντροαριστεράς (επιτρέψτε μου τον όρο «ακραίου Κέντρου»).
Οι ευθύνες αποδόθηκαν κατ’ αποκλειστικότητα αφενός στην έλλειψη νέων κι άφθαρτων στελεχών με διάθεση και ικανότητα να ηγηθούν κι αφετέρου στον αρχηγοκεντρικό χαρακτήρα των ήδη υφιστάμενων κομμάτων του κεντρώου χώρου (ΠΑΣΟΚ, Ποτάμι, ΔΗΜΑΡ).
Μια βαθύτερη, όμως, εξήγηση της αποτυχίας του συγκεκριμένου, αλλά και κάθε αντίστοιχου στο μέλλον «μεταρρυθμιστικού-εκσυγχρονιστικού» εγχειρήματος θα μπορούσε να συνοψισθεί στον όρο «ευρωεθνικισμός», ο οποίος θα αναλυθεί στο συγκεκριμένο άρθρο.
Στο σημείο αυτό είναι χρήσιμη μια παρέκβαση, η οποία θα συμβάλλει –θέλω να πιστεύω- στη διακρίβωση του όρου «ευρωεθνικισμός».
Την Τετάρτη το απόγευμα βρέθηκα σε μια πολύ ενδιαφέρουσα διεπιστημονική εκδήλωση στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, την οποία συνδιοργάνωναν τα τμήματα Νομικής και Πολιτικών Επιστημών. Αιτία κι αφορμή της εκδήλωσης ήταν η παρουσίαση του βιβλίου «Routledge Handbook of European Elections» σε επιμέλεια της Επίκουρης Καθηγήτριας Πολιτικής και Διεθνών Σχέσεων του Πανεπιστημίου Καλαβρίας, κ. Donatella Viola.
Το βιβλίο-συλλογικός τόμος σε ένα πρώτο επίπεδο καταπιάνεται με τις εκλογικές αναμετρήσεις για την ανάδειξη των εκπροσώπων των κρατών-μελών της Ε.Ε. στο Ευρωκοινοβούλιο.
Ωστόσο, πίσω από την εμπειρική αποτύπωση πραγματολογικών δεδομένων διέπεται από μια βαθιά έγνοια, ισχυρή πεποίθηση και διάχυτη αισιοδοξία για τον προοπτικό, νομοτελειακό χαρακτήρα του εγχειρήματος της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης.
Δυστυχώς, ένα μεγάλο μέρος των φιλοευρωπαϊστών θεωρητικών αντιμετωπίζει το ενωσιακό εγχείρημα με εσχατολογικούς όρους, δηλαδή ως τo «τέλος της ιστορίας» για τους λαούς της Ευρώπης.
Πίσω από τη μάσκα εννοιών-αυταξιών, όπως ελευθερία, ισότητα, αλληλεγγύη, θεμελιώδη δικαιώματα κ.λ.π. κρύβεται η εγγενής ανισοκατανομή (πολιτικής και οικονομικής) ισχύος των εθνών-κρατών που συναπαρτίζουν την Ε.Ε. Κάτω από το πέπλο του βαρύγδουπου φεντεραλιστικού οράματος, σκιάζεται ο βαθιά διακυβερνητικός (και καθόλου ομοσπονδιακός) χαρακτήρας του ενωσιακού μοντέλου.
Παρατηρούμε, για παράδειγμα, ότι το αποτέλεσμα του βρετανικού δημοψηφίσματος (Brexit) δεν αντιμετωπίζεται με όρους πολιτικούς, δηλαδή με όρους ιδεολογίας (ριζοσπαστικής, σοσιαλδημοκρατικής, φιλελεύθερης ή συντηρητικής), κοινού ή ατομικού συμφέροντος κι (εθνοκεντρικής ή εξωστρεφούς) πολιτικής κουλτούρας.
Αντίθετα, η απόφαση των Βρετανών για αποχώρηση από την Ε.Ε. παρουσιάζεται στην κοινή γνώμη περίπου ως το προπατορικό αμάρτημα, την ίδια στιγμή που η ολοένα και εντεινόμενη απαξίωση της Ε.Ε. αναφέρεται δημοσίως με όρους απαγορευμένου καρπού, από τον οποίο κινδυνεύει, σε περίπτωση αποδόμησης, να μολυνθεί ανεπανόρθωτα το πολιτικό σώμα.
Η εσχατολογική αντίληψη περί Ενωμένης Ευρώπης των δικαιωμάτων, της ελευθερίας και της δημοκρατίας, δηλαδή του διαφωτιστικού ιδεώδους, αποτελεί μια ιδεαλιστική κατασκευή, ένα δέον, για το οποίο αναμφίβολα κάθε ελεύθερος και υπεύθυνος πολίτης που κοιτάει πέρα από τη μύτη του αξίζει να καταβάλλει κάθε ικμάδα της πολιτικής και κοινωνικής του συμμετοχής.
Ωστόσο, αποτελεί επικίνδυνη διαστρέβλωση η ταύτιση της Ευρώπης ως κοινού, αν και ετερόκλητου (ταξικά και εθνικά), γεωπολιτικού, πολιτισμικού και πολιτικού χώρου με την Ευρωπαϊκή Ένωση ως μια ένωση με καθαρά οικονομικά και κυρίως διακυβερνητικά (πολύ λιγότερο φεντεραλιστικά) χαρακτηριστικά.
Η σύγχυση επιτείνεται με τη θεώρηση της πάση θυσία παραμονής στην Ευρωζώνη (νομισματική ένωση δύο ή περισσότερων ταχυτήτων) ως αναγκαίου όρου για την οικοδόμηση μιας κοινής ευρωπαϊκής ταυτότητας.
Είναι ποτέ δυνατό να αποκτηθεί κοινή ευρωπαϊκή ταυτότητα με πρώτη ύλη αποκλειστικά και μόνο τον άνθρακα, το χάλυβα ή ένα νόμισμα; Η μονεταριστική ορθοδοξία στο ερώτημα αυτό απαντά καταφατικά.
Θα ήταν ευχής έργο η Ε.Ε. να αλλάξει 180 μοίρες γραμμή πλεύσης και να στραφεί από τη σιδηρά πειθαρχία της ισχύος στη διαβουλευτική δημοκρατία της αλληλεγγύης.
Πράγματι, η Ευρωπαϊκή Ένωση θα μπορούσε να αποτελέσει το ιδεατό μοντέλο πολιτειακής (σε πρώτη φάση) οργάνωσης της ευρωπαϊκής ηπείρου (π.χ. ομοσπονδοποίηση τύπου Η.Π.Α.), εφόσον διέθετε σωρευτικά τρία γνωρίσματα που δυστυχώς λάμπουν διά της απουσίας τους:
α) ευρωπαϊκό δήμο (δηλαδή πολίτες με κοινή ευρωπαϊκή ταυτότητα),
β) αίσθηση του συνανήκειν σε μια κοινή πολιτική κοινότητα, και
γ) πολιτική ενοποίηση βασισμένη στην «από τα κάτω» δημοκρατική νομιμοποίηση και όχι σε ελιτίστικες Συνόδους Κορυφής.
Στην απέλπιδα προσπάθειά τους να διατηρήσουν αλώβητο το όραμα της Ενωμένης Ευρώπης, δηλαδή μια ιδεαλιστική αφήγηση, πολλοί φιλοευρωπαϊστές επιθυμούν την με κάθε κόστος διάσωση του κοινού νομίσματος, ακόμα κι αν η σωτηρία του ευρώ περνάει αναπόδραστα μέσα από την υπονόμευση του πυρήνα των βασικών διαφωτιστικών αξιών.
Με άλλα λόγια, προκειμένου να διατηρηθεί ζωντανή η ουτοπία καταστρέφονται τα συστατικά στοιχεία αυτής της ουτοπίας. Π.χ. η ανομιμοποίητη Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, πανίσχυρο όργανο που εμφανίσθηκε όψιμα στην καθημερινότητα του πολίτη των κρατών-μελών της Ε.Ε. μετά την υιοθέτηση του ευρώ ως κοινού νομίσματος, αντιμετωπίζεται πλέον ως ο θεμέλιος λίθος μιας απροσδιόριστης ολοκλήρωσης.
Κάποτε, ο πατέρας του εμπειρισμού, David Hume, ανέδειξε τη δομική αντίφαση ανάμεσα στο δέον και στο είναι που ενυπάρχει στο έργο πολλών θεωρητικών, ιδίως της ιδεαλιστικής ή ορθολογικής προσέγγισης.
Οι πωρωμένοι φιλοευρωπαϊστές (ή ορθότερα ευρωλάγνοι) σήμερα προσπαθούν ανεπιτυχώς να ισορροπήσουν σε δυο βάρκες.
Αφενός διέπονται από έναν άκρατο ιδεαλισμό ως προς τον ορισμό της Ε.Ε., παρουσιάζοντας το όραμά τους σαν μια ζωντανή πραγματικότητα που οι λαϊκιστές της Αριστεράς και της Δεξιάς δεν αφήνουν το πόπολο να δει.
Κι αφετέρου. αφού είναι πασιφανής η αναντιστοιχία της πραγματικότητας με τις θεμελιώδεις αξίες που υποτίθεται πως υπηρετεί το κοινό ευρωπαϊκό εγχείρημα, καταφεύγουν σε μια κατάχρηση της εμπειρίας, την «επιφύλαξη του εφικτού».
Έτσι, κάθε φωνή που αμφισβητεί, από παντελώς διαφορετική αφετηρία και με εντελώς διαφορετική στόχευση (από αριστερή ή ακροδεξιά σκοπιά) το τεχνοκρατικό ιερατείο τσουβαλιάζεται με μια κατασκευή εργαστηρίου («θεωρία των δύο άκρων»).
Συνέπεια τούτου είναι κάθε ευρωσκεπτικιστική φωνή να απαξιώνεται ως a priori συγκρουσιακή με τη μιντιακά κατασκευασμένη πραγματικότητα, άρα πλήρως ανορθολογική.
Πολλοί ακραίοι ευρωπαϊστές και ευρωσκεπτικιστές (ή ορθότερα αντιευρωπαϊστές), μολονότι μοιάζουν να κινούνται σε εντελώς αντίθετους πόλους, μοιράζονται επί της ουσίας την ίδια αντίληψη περί πολιτικής : τη μεταφυσική, ακραία συναισθηματική αντιμετώπιση του ενωσιακού φαινομένου.
Έτσι, οι ευρωλάγνοι βλέπουν την ταξικά μεροληπτική και αντιδημοκρατική Ε.Ε. ως ευλογία, ως τον ύψιστο σκοπό της ύπαρξης του ανθρώπου – «ζώου πολιτικού», καλλιεργώντας έτσι έναν διεθνικό εθνικισμό («ευρωεθνικισμός»).
Κι από την άλλη, οι αντιευρωπαϊστές στο πρόσωπο της Ε.Ε. αντικρύζουν το δράκο του παραμυθιού που πρέπει να σκοτώσουν, για να γυρίσουν θριαμβευτές στο, χτισμένο πάνω στην άμμο του ρατσισμού και του μεγαλοϊδεατισμού, κάστρο των εθνών-κρατών («εθνικισμός»).
Όσο επικρατεί η μεταφυσική και απομακρυνόμαστε από τις εμπειρικές διαπιστώσεις, τις ηθικοπολιτικές αξίες και τα γειωμένα χειραφετητικά οράματα, θα φανατιζόμαστε όλο και περισσότερο, προσκολλημένοι σε ανορθολογικής προέλευσης δογματισμούς κι έτσι ο Μεσοπόλεμος θα κρούει όλο και πιο απειλητικά τις θύρες της δικής του νομοτελειακής επανάληψης.
Σε αυτό ακριβώς το σημείο βρίσκεται, κατά την ταπεινή μου γνώμη, και η εξήγηση της εκ των προτέρων καταδικασμένης προσπάθειας συγκρότησης μεσαίου χώρου και αναβίωσης της σοσιαλδημοκρατίας στην Ελλάδα (αλλά και στην υπόλοιπη Ευρώπη).
Η έμφαση δίνεται στους ηγετικούς πυλώνες και όχι στα ιδεολογικά θεμέλια του εγχειρήματος.
Μια αόριστη συναίνεση επί γενικόλογων κειμένων κι ένας εξευρωπαϊσμός με κάθε κόστος στηριγμένος σε εσχατολογικά ξυλοπόδαρα (Ενωμένη Ευρώπη) αποτελεί προς το παρόν το μόνο συγκολλητικό αρμό της πάλαι ποτέ ηγεμονεύουσας σοσιαλδημοκρατίας.
Ας θυμηθούμε ότι ο πατέρας του σοσιαλδημοκρατικού κοινωνικού κράτους πρόνοιας, Keynes, στήριξε όλη του τη θεωρία στην αμφισβήτηση του φιλελεύθερου -θεολογικού τύπου- δόγματος της αυτορρύθμισης της ελεύθερης αγοράς.
Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ένας βασικός λόγος κατάρρευσης της Σοβιετικής Ένωσης ήταν η αποθέωση του «υπαρκτού σοσιαλισμού» και η δαιμονοποίηση του καπιταλισμού στη βάση εσχατολογικών (ακραίος ντετερμινισμός) και όχι επιστημονικών (ιστορικός υλισμός) μεθόδων.
Όταν οι γραφειοκράτες ηγέτες των χωρών του ανατολικού μπλοκ εγκατέλειψαν μία από τις θεμελιώδεις προκείμενες του μαρξισμού, την αμφισβήτηση των παραδεδεγμένων δογμάτων, ήταν λογικό κι επόμενο να πέσουν στην παγίδα που οι ίδιοι έχτισαν για να ελέγξουν τις συνειδήσεις των πολιτών τους, με το επιχείρημα ότι θέλουν το καλό τους.
Συνεπώς, η Ευρωπαϊκή Ένωση του νεοφιλελευθερισμού βαδίζει στα χνάρια της Σοβιετικής Ένωσης του κρατικού πατερναλισμού.
Κοινή συνισταμένη και των δύο ιστορικών αποτυχιών, κατά την ταπεινή μου γνώμη, είναι ότι πίσω από την θρησκευτική ελευθερία -κατ’ ουσίαν την επιβαλλόμενη επικρατούσα θρησκεία (Ελλάδα), την επιβαλλόμενη εκκοσμίκευση (Γαλλία) ή την επιβαλλόμενη αθεϊα (Σοβιετική Ένωση)- κρύβεται μια καθαρά θεολογική-μεταφυσική πρόσληψη της πολιτικής.
Το κωμικοτραγικό της υπόθεσης είναι ότι όσο πιο μεταφυσικά λαμβάνεται υπόψη η πολιτική τόσο συχνότερα νιώθουν την ανάγκη οι εκφραστές της «ευρωσωτήριας» ή «εθνοσωτήριας» αντίληψης να καταφύγουν στην (ανύπαρκτη) κοινή λογική του «μέσου ανθρώπου».
Αν αντικαταστήσουμε, λοιπόν, τους μανιχαϊστικούς όρους καλού-κακού με όρους ορθού-εσφαλμένου κατόπιν διαλεκτικής παράθεσης ανταγωνιστικών επιχειρημάτων, θα έχουμε βάλει το πρώτο λιθαράκι –σαν άτομα, σαν πολίτες και σαν κοινωνικά υποκείμενα- για τον αληθινό Διαφωτισμό, «την έξοδο του ανθρώπου από την ανωριμότητα για την οποία φταίει ο ίδιος» (Kant, Immanuel, Απάντηση στο ερώτημα «Τι είναι διαφωτισμός;»).
