Ο Φράνσις Μπέικον, κατηγορήθηκε για πολλά, κυρίως για μια πολύ θεωρητική γνώση της ζωής και των ανθρώπων, κάτω από τον μανδύα και την επίφαση της βαθύτητας.
Στα «Δοκίμιά» του, όμως, ήταν κατά το μάλλον ή ήττον, επεξηγηματικός και σαφής.
Ανάμεσα στα πολλά, δεν θα μπορούσε να αφήσει εκτός νυμφώνος και την υποκρισία των ανθρώπων, αναφέροντας μάλιστα και μερικά πλεονεκτήματά της.
Ο υποκριτής αποκοιμίζει, έγραφε, κατά κάποιο τρόπο τον αντίπαλο, αλλά κυρίως εξασφαλίζει για τον εαυτό του μια έντιμη υποχώρηση, αφού είναι ευνόητο πως εάν δεσμευτεί με ανοιχτή διακήρυξη, είναι δύσκολο στη συνέχεια να αλλάξει απόψεις ή να υποχωρήσει. Αντίθετα, όμως, κάποια μειονεκτήματά της εξισορροπούν τα πράγματα.
Η υποκρισία φανερώνει φόβο, αλλά το κυριότερο στερεί από τους ανθρώπους την εμπιστοσύνη και την πίστη.
Αφορμή για τις παραπάνω σκέψεις, η πρόσφατη απώλεια του δημοσιογράφου Αλέξανδρου Βέλιου.
Ταλαιπωρημένος και καταβεβλημένος από ανίατη ασθένεια, προτίμησε να αφήσει τα εγκόσμια όπως αυτός νόμιζε καλύτερα. Με τον τρόπο που ήταν καλύτερα γι’ αυτόν.
«… Έζησα με αξιοπρέπεια. Με αξιοπρέπεια επέλεξα και να πεθάνω…», ήταν μια φράση στην επιστολή που άφησε πίσω του, σε γνωστούς, συγγενείς, φίλους κι άγνωστους.
Ήθελε να έρθουν πολλοί στην κηδεία του, όχι για λόγους εγωιστικούς, αλλά για να δηλώσουν έτσι ότι ο κάθε άνθρωπος έχει το δικαίωμα να φύγει από τούτη τη ζωή πάνω απ’ όλα με αξιοπρέπεια.
Γνώριζε ότι, «γογγυσμοί και θρήνοι και παροξυσμοί, ένα πρόσωπο χωρίς χρώμα, και φίλοι που κλαίνε, και μαύρα, και η εκφορά του νεκρού, και τα όμοια, κάνουν το θάνατο να φαίνεται τρομερός», όπως έλεγε κάποτε κι ο Άγγλος φιλόσοφος, επιστήμονας και συγγραφέας Φράνσις Μπέικον!
Τις τελευταίες μέρες, κάποιοι επιστημονικοί όροι άρχισαν να περιφέρονται ξανά σε εφημερίδες και ιστοσελίδες. Ευθανασία (ιατρικά υποβοηθούμενη αυτοκτονία, τη λένε μερικοί) ενεργητική και παθητική.
Στη μεν πρώτη να ενεργεί με κάποιο τρόπο ο γιατρός για να επιφέρει το τέλος του ασθενούς, συνήθως με τη χορήγηση κάποιου φαρμακευτικού σκευάσματος, και στη δεύτερη να μην λαμβάνει τα απαραίτητα ιατρικά μέτρα τα οποία θα μπορούσαν ίσως να διατηρήσουν τον ασθενή στη ζωή για κάποιο χρονικό διάστημα με αμφίβολη βεβαίως ποιότητα.
Είναι σίγουρο ότι θα αρχίσουν πάλι, για ένα μόνο διάστημα φυσικά, οι συζητήσεις γύρω από τα σχετικά άρθρα του Ποινικού Κώδικα που αναφέρονται στην ευθανασία, τις ευθύνες, τα ελαφρυντικά και τις τιμωρίες όσων παρεκτρέπονται.
Η εκκλησία με τη σειρά της θα υπενθυμίσει τις κλασικές και γνωστές της απόψεις οι οποίες είναι δυστυχώς αγκυλωμένες σε παλιότερες εποχές και απελπιστικά μακριά από την πραγματικότητα, αφού δεν λαμβάνει υπόψιν της ότι στις μέρες μας υπάρχουν αντικειμενικά κριτήρια, κλινικά και εργαστηριακά, για την εκ του ασφαλούς πιστοποίηση του εγκεφαλικού θανάτου σε κάποιες ομάδες ασθενών.
Και βέβαια, απών απ’ όλα αυτά, ο ασθενής τελικού σταδίου, ο καρκινοπαθής, ο ανίατος με τα τόσο έντονα προβλήματα, εκείνος που υποφέρει και αναζητά ένα αξιοπρεπή θάνατο, και που μόνο όσοι έχουν βρεθεί κοντά σε πολλούς τέτοιους ασθενείς γνωρίζουν καλά τις σχετικές λεπτομέρειες!
« Ένα δυνατό μυαλό και μια δυνατή καρδιά γνωρίζουν πότε να πουν την αλήθεια, και γι’ αυτό άλλωστε, όπως έλεγε ο προαναφερόμενος φιλόσοφος, οι λιγότερο ικανοί πολιτικοί είναι και οι μεγαλύτεροι υποκριτές! Για έναν όμως ταλαίπωρο ασθενή, με μαρτυρική ποιότητα ζωής, ο θάνατος ίσως αποτελεί κυριολεκτικά σωτηρία. Άλλωστε, κατά τον Οράτιο, ‘Non omnis moriar’»!
