Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ανακοινώθηκαν οι αποσπάσεις των εκπαιδευτικών σε φορείς και διευθύνσεις της εκπαίδευσης, οι μόνες για τις οποίες ούτε τα κριτήρια ούτε τα μόρια ανακοινώνονται.

Εχοντας μάλιστα στην ίδια την αρχική αίτηση εξόφθαλμες αφετηριακές ανισότητες, αποτελούν εμβληματικό πεδίο για να αναδειχθούν οι παθογένειες του ελληνικού κορπορατιστικού κράτους (με το κόμμα ως επιχείρηση και τ’ ανάπαλιν), φαινόμενο τόσο αληθινό που φυσικά ενοχλεί και «γραφικοποιείται».

Αλλά μια και μας κυβερνούν άνθρωποι «αριστερής προέλευσης», ας θυμίσουμε την ξεχασμένη αλφαβήτα:

Σύμφωνα με τη μαρξιστική θεωρία (υποσημείωση στην Πολιτική Οικονομία), πέρα από τα ιδιωτικά και τα κοινόχρηστα αγαθά, υπάρχουν τα δημόσια, με κύριες ιδιότητες την έλλειψη αποκλεισμού και ανταγωνισμού, που παράγονται για να προσφερθούν δωρεάν, και τα «αγαθά καταμερισμού» ή «λέσχης» που, ενώ ανήκουν στις παραπάνω κατηγορίες, η χρηστική τους αξία μειώνεται (και άρα αποφεύγεται) με την αύξηση του αριθμού χρηστών.

Ως γενική αρχή τα δημόσια και κοινόχρηστα αγαθά μετατρέπονται σε «αγαθά λέσχης» (γίνονται «κρατικά») εάν η λειτουργικότητά τους ενταχθεί στον χώρο ενός ανταγωνισμού για προνομιακή πρόσβαση σε ιδιωτικά (και όχι μόνο) αγαθά.

Κι αυτό ακριβώς συνέβη με όλες τις θέσεις-κλειδιά του ελληνικού κράτους (ακόμη και αυτές με δήθεν αυτοδιοίκητο), που θεωρήθηκαν όχι θέσεις λειτουργών υπέρ του συνόλου αλλά αντικοινωνικών νταβατζήδων, οι οποίοι, εάν είχαν τα κατάλληλα φρονήματα (ανάλογα την εποχή) ή γνωριμίες, έπιαναν μια καρέκλα που νοούνταν ως το απόλυτο σημάδι «ανόδου», όσο ανεπαρκείς ή χυδαίοι κι αν ήταν απέναντι στη μικρή μερίδα των μονίμως διωκόμενων συμπολιτών τους.

Στη μη βιομηχανική Ελλάδα των αρχών του περασμένου αιώνα άλλωστε, όπου ούτε κλασική αστική τάξη ούτε και πολυπληθές βιομηχανικό προλεταριάτο υπήρξε για να επιδράσουν με την ίδια βαρύτητα που συνέβη σε άλλες χώρες, στον ιδιότυπο χώρο που σχηματίζει η ορθή γωνία του κοινωνικοπολιτικού και θρησκευτικού με το προσωπικό (βλ. Φουκό) έδρασαν ως «πόλοι συνείδησης» άλλες δυνάμεις.

Κύρια ανάμεσά τους υπήρξε η ιδιότυπη μικροαστική προτεραιότητα της (εκ των «ισχυρών») «κοινωνικής ανόδου» (δρώντας ως βαθύ ταυτολογικό στοιχείο της προσωπικότητας στο νεοελληνικό φαντασιακό), ακόμη κι όταν έρχεται σε αντίθεση με την ενηλικίωση, την αυτοπραγμάτωση και άρα την ουσιαστική άνοδο του εαυτού.

Ισα ίσα η επάνδρωση των θέσεων αυτών από μέτριους (όχι γιατί δεν είχαν ποιότητες, μα γιατί δεν τις επέλεξαν) δημιουργούσε εκ προσωπικής ανάγκης επιτυχημένους υποτακτικούς σε αρχηγούς και ομάδες, βασιλικότερους του βασιλέως, τον πιο χρήσιμο «στρατό» μιας με τη σειρά της εξίσου μέτριας εξουσίας.

Σε μια πολυδιάχυση αυτού του μοντέλου στο πολύπλοκο δίκτυο μικροεξουσιών που αναπαράγει το κυρίαρχο πρότυπο της κοινωνικοπολιτικής θρησκευτικής και οικονομικής εξουσίας, στήριζαν την εξουσία που τους στήριζε με τη σειρά της.

Πίσω από τις γραβάτες η ιδεολογία που διαμορφωνόταν ήταν του ένστολου, με κλομπ την κατάλληλη γνωριμία ή το κατάλληλο κόμμα.

Χαρακτηριστικό του τρόπου κοινωνικής αφομοίωσης αυτής της πραγματικότητας ήταν οι κλισέ «ουδέτερες» τάχα, ανεκδοτολογικές φράσεις «ξέρεις ποιος είμαι εγώ ρε;» ή «σηκώθηκαν τα πόδια να χτυπήσουν το κεφάλι!», χρησιμοποιούμενες συχνά για να λοιδορήσουν ή να εκφοβίσουν τους «άλλους».

Αλλωστε ακόμη και η γείωση, η αλλοτρίωση, των μεγάλων λαϊκών στρωμάτων που μέσα από το ΕΑΜ/ΕΛΑΣ τόλμησαν να φαντασιώσουν έστω έναν άλλον εαυτό και μιαν άλλη χώρα έγινε με τη διά μαστιγίου συνειδητοποίηση πως όποιος έγλειφε διοριζόταν κι όποιος μιλούσε εξοριζόταν.

Ο επιφανειακός εκδημοκρατισμός της ελληνικής κοινωνίας άνοιξε απλά τους άμβωνες σε ευρύτερα στρώματα να ανέλθουν έρποντας (εφευρίσκοντας δικαιολογίες κατ’ επίφασιν σπουδαίες) αλλά δεν ήρε ούτε τη νοοτροπία της υποταγμένης ανόδου ούτε τη βασική αντίθεση των δικών μας και των «άλλων».

Οπου οι «άλλοι» είναι συχνά όχι αντίπαλοι κομματικά (αφού βρίσκονταν οι κατάλληλες μεταξύ τους ποσοστώσεις), αλλά φορείς όλων των ακατάλληλων προσόντων: ανεξάρτητη σκέψη, δημιουργικές πρωτοβουλίες, ενοχλητική ευαισθησία και υπερηφάνεια…

Οι θέσεις-κλειδιά δεν χρησιμοποιούνται έτσι ως «κλειδιά» για την πιο εύρυθμη λειτουργία και το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα αλλά ως (παρά τη «φυσική» μερική ανανέωση) αντισυνταγματική παγίωση των αιώνιων (μικρο;)ιδιοκτητών του κράτους, που ποτέ δεν δίνουν το παράδειγμα.

Χαρακτηριστικό είναι πως στις αιτήσεις για απόσπαση από ΠΥΣΠΕ σε ΠΥΣΠΕ (που έχουν γενικά ορθά κριτήρια) μοριοδοτούνται αυθαίρετα συγγενείς «προνομιακών» ομάδων με μεγαλύτερη οικονομική δυνατότητα, όπως δικαστικών και μελών ΔΕΠ, λες και οι συγγενείς των ανέργων ή των ιδιωτικών υπαλλήλων μπορούν μια χαρά να στηρίζουν σπίτι στην άλλη άκρη της χώρας εφόσον οι εκπαιδευτικοί είναι «ναυτικοί της ξηράς».

Ενώ οι αποσπάσεις σε φορείς γίνονται με πλήρη αδιαφάνεια ώστε να υπάρχει η μέγιστη αυθαιρεσία, προς δόξα της πιο βαθιάς ακινησίας, της πιο αντάξιας συλλογικής ήττας μας. Ως πότε;