Η εικόνα που παρουσιάζει η Ευρωπαϊκή Ενωση δεν είναι η καλύτερη δυνατή.
Η παρατεταμένη οικονομική κρίση στα περισσότερα μέλη, η αιφνίδια αποκάλυψη των προβλημάτων που προκύπτουν από τις μεταναστευτικές ροές, ο ασφυκτικός εναγκαλισμός του γραφειοκρατικού κέντρου των Βρυξελλών με κάθε παραγωγική δύναμη της ηπείρου είναι μόνο λίγες από τις αφορμές για την άνοδο του ευρωσκεπτικισμού.
To Brexit, όσο και αν ακούγεται περίεργο, λειτούργησε ανασχετικά για πολλές κυβερνήσεις ευρωπαϊκών χωρών, σε σχέση με διεκδικήσεις, εξαιρέσεις και σενάρια διαφορετικής αντιμετώπισης των πολιτικών που έχουν επιβληθεί τα τελευταία χρόνια, ως απότοκα των συμφωνιών του Μάαστριχτ και της Λισαβόνας.
Η ανάσχεση προήλθε από το σοκ της εξόδου από την Ενωση μιας χώρας τόσο μεγάλης, η οποία, αν και ποτέ δεν βρέθηκε στον πυρήνα του φεντεραλισμού, προσέθετε με τη συμμετοχή της την απαραίτητη ισχύ ώστε η Ευρώπη να εμφανίζεται η δεύτερη μετά τις ΗΠΑ παγκόσμια δύναμη, ενίοτε δε και ως η εναλλακτική μιας ηπιότερης μορφής του καπιταλισμού, αφού κοινωνικό κράτος, ανθρώπινα δικαιώματα και πεποίθηση στην αστική δημοκρατία βρέθηκαν αρκετές φορές πρώτα στην ατζέντα.
Επιπροσθέτως θέματα όπως η κλιματική αλλαγή ή η παγκόσμια φτώχεια αποτέλεσαν πολλάκις αιχμή του δόρατος της πολιτικής της Ενωσης, η οποία μέσα από τις αντιθέσεις της κατάφερνε να πρωταγωνιστεί, σε αντιδιαστολή με αναπτυσσόμενες χώρες ή τις ΗΠΑ που η απόλυτη πίστη τους στην αγορά μετέθετε για το μέλλον και άφηνε στην «αυτορρύθμιση» ζητήματα που αφορούν το μέλλον του ανθρώπινου είδους.
Η κρίση άλλαξε πολλά από αυτά αλλά επέφερε και ακόμη μια ουσιαστική μεταβολή: ανέδειξε τη Γερμανία πρώτη ευρωπαϊκή δύναμη σε βαθμό τέτοιο ώστε να απορρυθμιστούν οι παραδοσιακές ισορροπίες στην Ευρώπη, ισορροπίες που κατέστησαν εφικτές μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και τη σχέση νικητών – ηττημένων, όπως αυτή διαμορφώθηκε από τις νέες συνθήκες και τις συμφωνίες που προέκυψαν.
Η Γερμανία βρίσκεται κατ’ αυτόν τον τρόπο στη σπάνια εκείνη θέση όπου μια χώρα καλείται να διαχειριστεί το πρόβλημα μιας ολόκληρης ηπείρου, χωρίς βέβαια να είναι απολύτως μόνη, όπως άλλωστε συμβαίνει παντού στον παγκοσμιοποιημένο πλανήτη μας.
Η Γερμανία όμως αποτελεί στην περίπτωση αυτή ένα πολιτικό, οικονομικό και διπλωματικό παράδοξο: Είναι η τρίτη φορά που μέσα στα τελευταία εκατό χρόνια βρίσκεται σ’ αυτήν τη θέση και μάλιστα χωρίς να έχει απέναντί της ούτε την άλλοτε ισχυρή Βρετανική Αυτοκρατορία ούτε την ΕΣΣΔ.
Είναι η πρώτη φορά που η Γερμανία καλείται να «παίξει» τέτοιο ρόλο χωρίς να κυβερνάται είτε από απολυταρχικό είτε από ολοκληρωτικό καθεστώς.
Μπορεί η κρίση να έχει αναδείξει σε αρκετές περιπτώσεις τον ανελαστικό έως εμμονικό τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζουν οι Γερμανοί τα πράγματα, όμως σε καμία περίπτωση δεν «έφυγαν» από το δημοκρατικό μοντέλο και δείχνουν επί του παρόντος να σέβονται το γεγονός ότι εξακολουθούν να είναι μέλη μιας Ενωσης μέσα στο πλαίσιο της οποίας λειτουργούν και κινούνται.
Ακόμη κι όταν επιχειρούν να παίξουν με τον ρόλο του ισχυρού, τούτο καλύπτεται από κανόνες, οδηγίες και πλαίσια συμφωνιών που έχουν συμφωνηθεί κατ’ αρχήν και κάθε φορά από όλους τους εταίρους.
Σε πολλές περιπτώσεις, δε, δείχνουν να καταλαβαίνουν ότι το «παιχνίδι» δεν παίζεται μόνον από έναν, ενώ, παρά τις περί του αντιθέτου φωνές, είναι αξιοθαύμαστος ο τρόπος με τον οποίο η πολιτική τους ηγεσία αντιμετώπισε το Brexit σε αντίθεση με άλλες φωνές κομισάριων των Βρυξελλών που δεν άντεξαν και εξέφρασαν ανοιχτά έως και προσβλητικά τον θυμό τους.
Είναι όμως εμφανές ότι η Γερμανία θέλει τον χρόνο της.
Εχοντας μπροστά της η καγκελάριος Μέρκελ τις γερμανικές εκλογές, δείχνει εμφανώς σημεία «κόπωσης» της επιθετικής πολιτικής που ακολούθησε είτε προς την κατεύθυνση της άτεγκτης και αυστηρής δημοσιονομικής προσαρμογής είτε ακόμη και στην πάγια προώθηση της ευρωπαϊκής ομοσπονδιοποίησης· έχοντας μπροστά της επίσης μια μακρόχρονη διαπραγμάτευση με τη Βρετανία, τα ζητήματα του προσφυγικού αλλά και τις εξελίξεις στα ανατολικά ευρωπαϊκά σύνορα, το μόνο που δεν επιθυμεί είναι προβλήματα με χώρες παραδοσιακά στραμμένες στην Ενωση και τις προοπτικές που διά αυτής διανοίγονται.
Κατ’ αποτέλεσμα η Γερμανία διαφαίνεται ότι θα προσπαθήσει, τουλάχιστον μέχρι το φθινόπωρο του 2017, οπότε και θα διεξαχθούν οι εκλογές, να συντηρήσει το σημερινό status στις χώρες με τις οποίες συνεργάζεται, παρ’ όλα τα προβλήματα που αυτές μπορεί να προκαλούν.
Μέσα στο πλαίσιο αυτό η Ελλάδα καλείται να πορευτεί και να εκμεταλλευτεί την ευκαιρία σταθερότητας που της «προσφέρεται».
Η Γερμανία, από την άλλη μεριά, έχει τη μοναδική ευκαιρία να αναδειχτεί πρωτεύουσα δημοκρατική ευρωπαϊκή δύναμη και να αποδείξει ότι λειτουργώντας μέσα σε ένα πραγματικά ισότιμο ενωσιακό καθεστώς έχει οριστικά ενταφιάσει τις πλευρές του αυταρχικού παρελθόντος της.
*Ειδικός εμπειρογνώμονας στον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Δημοσίου Δικαίου. Διετέλεσε γενικός γραμματέας στα υπουργεία Εσωτερικών, Δημόσιας Τάξης και Ανάπτυξης
