«Σ’ ένα χωριό, που τ’ όνομά του δεν έχω όρεξη να θυμηθώ, ζούσε ένας ήρωας από κείνους που έχουν κοντάρι στην κονταροθήκη, ένα παμπάλαιο σκουτάρι, ένα κοκαλιάρικο παλιάλογο κι ένα γρήγορο κυνηγόσκυλο».
Δεν πρόκειται για τον δοξασμένο Δον Κιχώτη του Θερβάντες. Οπως ο κάθε αξιομνημόνευτος ήρωας έτσι κι ο δικός μας Δον Πανάγος έχει τον δικό του πιστό φίλο Σάντσο. Τον λένε Αρίστο και τον ακολουθεί παντού.
Αντί για άλογο έχει ένα σαραβαλιασμένο άσπρο αγροτικό και μ’ αυτό γυρνάει χειμώνα-καλοκαίρι στους δρόμους. Δίπλα του ο Αρίστος βαστιέται σφιχτά από τις λαμαρίνες να μην πέσει.
Τέτοια εποχή, κατά το σούρουπο κι αφού έχουν γυρίσει όλες τις κοντινές παραλίες, συνήθως καταλήγουν στο καφενείο της πλατείας και ενθουσιασμένοι διηγούνται στους συγχωριανούς τις κατακτήσεις και τα κατορθώματά τους.
Οταν τυχαίνει δε να σερβίρει η κόρη του καφετζή, η «απλησίαστη Δουλτσινέα», ο Δον Πανάγος φουσκώνει τα μπράτσα, ρουφάει το στομάχι και υψώνει τον τόνο της φωνής του.
Με την τηλεόραση να μεταδίδει από το πρωί επιθέσεις τζιχαντιστών, ο ήρωάς μας δηλώνει έτοιμος να υπερασπιστεί το χωριό και καθησυχάζει τους συγχωριανούς του λέγοντας πως αυτός θα σώσει τα πάτρια εδάφη. Δίπλα του ο Αρίστος υπερθεματίζει για τη γενναιότητά του καθώς και ο ίδιος τον έχει δει να κάνει υπεράνθρωπα πράγματα.
Οπως πέρσι το καλοκαίρι. Κατά τη διάρκεια της διαπραγμάτευσης με την Ε.Ε., ήπιε δεκαοχτώ μπίρες και νίκησε έναν Γερμανό τουρίστα στο μπαρ «Αβάνα». Φήμες λένε ότι ο Δον Πανάγος πριν φύγει του «σφύριξε» σε τέλεια γερμανικά: «Ας φλάουσαν!».
«Και δε μου λες, Πανάγο… Πώς θα τον καταλάβεις εσύ τον τζιχαντιστή;» λέει μισογελώντας η «Δουλτσινέα».
Ο Δον Πανάγος (αχ, αυτός ο Πανάγος του κάθε τόπου) πίνει μια γουλιά από το ούζο του και με πολύ σοβαρό ύφος την πλησιάζει και της λέει:
«Δεν θα χρειαστεί να τον καταλάβω εγώ, κοτούλα μου. Αυτός μόλις με δει θα με καταλάβει και θα μ’ πει: Εσένα έστειλαν, Πανάγο; Σχώρα με, δεν το ’ξερα! Φεύγω αμέσως!!!».
Αλαλη η «Δουλτσινέα».
«Ναι, ναι!», λέει κι ο πιστός Αρίστος, «έτσι θα γίνει». Αλαλοι κι εμείς.
