Φιλήμονας Πατσάκης*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Δεν είναι εύκολη μια ανάλυση του αποτελέσματος του δημοψηφίσματος στο Ηνωμένο Βασίλειο και των επιπτώσεών του, γιατί αποτελεί μια πρώτη πράξη του τέλους των μεταπολεμικών διευθετήσεων και μια αποτύπωση σοβαρών αλλαγών στον κοινωνικό ιστό και τους όρους διαχείρισης της κοινωνίας από τους εξουσιαστικούς μηχανισμούς.

Η προσπάθεια διαχείρισης του Brexit είναι πραγματικά πρωτόγνωρη και γίνεται σε δύο κατευθύνσεις: η μία αφορά την επαναφορά της άσκησης πολιτικής στους θεσμικούς φορείς λήψης αποφάσεων -η κοινωνία πρέπει να αντιληφθεί τα όρια της δικαιοδοσίας της, γι’ αυτό και οι διαπραγματεύσεις εξόδου θα γίνουν ερήμην της-, και η δεύτερη τη συνολική γεωπολιτική στάθμιση του αποτελέσματος.

Η συνολική αποστοίχιση των μαζών από τις πολιτικές συναινέσεις έχει οδηγήσει τους εξουσιαστικούς μηχανισμούς σε μια πρωτοφανή επίθεση στο σύνολο της κοινωνίας και σε μια προσπάθεια αποτύπωσης μιας καινούργιας διαίρεσης στο κοινωνικό σώμα, ανάμεσα στην καθυστέρηση και την πρόοδο.

«Το σύστημα της αντιπροσώπευσης μέσω εκλεγμένων εκπροσώπων ίσως ήταν απαραίτητο στο παρελθόν αλλά δεν έχει πλέον καμία σχέση με τον τρόπο που οι πολίτες αλληλεπιδρούν σήμερα» Αυτό το απόσπασμα στην «Guardian» πλαισιώνει ένα άλλο στη «New York Times», που μιλάει για την ανάγκη οι πολιτικοί να μπορούν να αποφασίζουν συχνά ενάντια στην «παράνοια των ψηφοφόρων».

Κοντολογίς, όσοι έχουν πεταχτεί εκτός του κοινωνικού ιστού, όσοι έχουν συνθλιβεί από τα προγράμματα κατάρρευσης του κοινωνικού κράτους και όσοι έχουν χάσει τον τόπο καταγωγής τους και την ταυτότητά τους από τους νέους πολέμους δεν μπορούν να έχουν γνώμη και τον οποιοδήποτε ρόλο στη διαμόρφωση αποφάσεων.

Δεν θα είναι εύκολη διαδικασία και ίσως είναι χρονοβόρα, αλλά η προσπάθεια σύνθεσης μιας νέας απολυταρχίας έχει ξεκινήσει. Το θεσμικό οπλοστάσιο είναι σχετικά επαρκές με την εμπέδωση σε πολλές χώρες των συνθηκών της κατάστασης έκτακτης ανάγκης.

Είναι τόσο το μέγεθος της αλλαγής, που το πολιτικό κατεστημένο της Αγγλίας κυριολεκτικά διαλύθηκε, ενώ η συνήθως απίστευτα ομοιογενής επικοινωνιακή διαχείριση των ευρωπαϊκών θεσμών έγινε πραγματικό αλαλούμ. Ενδεικτικό σημάδι αυτής της έλλειψης στρατηγικής είναι η απόφαση του Συνταγματικού Δικαστηρίου της Αυστρίας για ακύρωση του δεύτερου γύρου των προεδρικών εκλογών και επανάληψή τους τον Σεπτέμβριο.

Είναι ίσως η πρώτη φορά που απόφαση Δικαιοσύνης ακυρώνει εκλογές, δείχνει όμως ότι σε αυτό το ζοφερό τοπίο ένα σημαντικό κομμάτι του κατεστημένου αποδέχεται τους όρους μιας εν ολίγοις φασιστικής διακυβέρνησης.

Είναι φανερό ότι η κρίση του έθνους-κράτους έχει περισσότερο να κάνει με την κρατική αδυναμία σύνθεσης παρά με τον αναχρονιστικό χαρακτήρα του έθνους. Η αδυναμία της Αριστεράς να τοποθετηθεί στις συγκλονιστικές αλλαγές πέραν της κρατικής διαχείρισης και μιας παρελθοντολογικής ανάγκης υπεράσπισης ιδεολογικών θεσφάτων έχει αφήσει ένα τεράστιο πεδίο στην ακροδεξιά διαχείριση των ταυτοτήτων.

Οταν ο Ντάισελμπλουμ αναφέρεται στο συνταξιοδοτικό λέγοντας ότι οι πληθυσμοί που γερνάνε πρέπει να αναμορφώσουν πλήρως τον τρόπο παροχής συντάξεων, ξέρει ότι οι πολιτικές τους έχουν δημιουργήσει τους όρους υπέρβασης αυτής της γήρανσης – μόνο το 2015 οι ανέστιοι άνθρωποι έφτασαν τα 65 εκατομμύρια.

Γιατί το σύστημα αρνείται την ίδια του την ανασυγκρότηση και λειτουργεί στο θέμα των μεταναστών με ναζιστικούς όρους αποκλεισμού;

Το βασικό πρόβλημα στην πολιτική απέναντι στον πρόσφυγα είναι ότι αγνοεί μια καίρια συνθήκη, δηλαδή όχι απλώς την έλλειψη αποδοχής της συνείδησης του «άλλου» ως πλήρους υποκειμένου, αλλά και τη λειτουργία του σε ένα νομικό κενό. Αυτή η συνθήκη καθιστά και την ταυτότητα του μετανάστη-πρόσφυγα καθοριστική πρόκληση για το έθνος-κράτος.

Ο μετανάστης-πρόσφυγας είναι ταυτόχρονα φορέας της συνολικής κρίσης ταυτότητας του έθνους-κράτους και μια ρωγμή στην ηθική συγκρότηση του πολιτισμού, μια σοβαρή κρίση της οποίας η πολιτική λύση είναι και μια επίπονη διαδικασία επαναπροσδιορισμού όλων των πολιτικών συνθηκών. Ολες οι συνθήκες ενσωμάτωσης στην ευρωπαϊκή μοντερνικότητα έχουν αρχίσει να εκφυλίζονται τη στιγμή που θα θεωρούσαν ότι έπρεπε να γιορτάζουν τον θρίαμβό τους.

Μέρος της μάχης είναι η ανάγκη να βγούμε σε ένα ανοιχτό πεδίο και όχι σε μια ιεραρχική δομή καθορισμένων ταυτοτήτων, να υπονομεύσουμε την εξαναγκαστική ρύθμιση που τοποθετεί την κάθε διαφορά (φυλετική, σεξουαλική, θρησκευτική κτλ) σε ένα πρόβλημα προς επίλυση.

«Οι βουλευτές του λαού δεν είναι, και δεν μπορεί να είναι, οι εκπρόσωποί του. Είναι απλώς οι φορείς του και δεν μπορούν να πάρουν καμία τελεσίδικη απόφαση. Κάθε νόμος τον οποίο δεν επικυρώνει ο λαός είναι κενός, δεν είναι νόμος. Ο αγγλικός λαός θεωρεί τον εαυτό του ελεύθερο, αλλά αυτό είναι μια σοβαρή πλάνη.

Είναι ελεύθερος μόνο στη διάρκεια των εκλογών των μελών του κοινοβουλίου. Από τη στιγμή που αυτά τα μέλη εκλεγούν, ο λαός σκλαβώνεται, δεν είναι τίποτα». Αυτή η πραγματικά μεγαλειώδης φράση του Ρουσό από το «Κοινωνικό συμβόλαιο» έθεσε επί τάπητος την αντιδικία για το νόημα της εκπροσώπησης. Εφόσον η ανάγκη για συναίνεση έχει εξαλειφθεί, η εξουσία δεν δεσμεύεται από διαχωρισμούς που μειώνουν ή ελέγχουν την εκπορευόμενη ισχύ.

Ο νόμος αποκτά ξανά τη θεϊκή του προέλευση. Μπορεί το κράτος σήμερα να είναι η γενική βούληση; Η απάντηση είναι όχι, αν τα κοινωνικά συμβόλαια και ο τρόπος που οδηγούσαν σε μια δυνατότητα της εξουσίας να ορίζει το νομικό καθεστώς του καθενός δεν αποτελούν πλέον την ουσία της πολιτικής συγκρότησης, είναι σημαντικό να σκεφτούμε ότι μπαίνουμε σε αχαρτογράφητα νερά: στο τέλος της ανάθεσης και στην ανάγκη να βρεθούν οι όροι για μια νέα συμμετοχή.

Η ριζοσπαστικοποίηση της δημοκρατίας ως ένα κοινωνικό μέτωπο που θα πηγαίνει πέρα και εκτός του κράτους είναι μια πρώτη απόπειρα ενοποίησης των διάσπαρτων κινήσεων που αισθάνονται τον πνιγμό της αυταρχικοποίησης, που θα τοποθετούν τον πρόσφυγα στο κέντρο της πολιτικής συγκρότησης και όχι ως πρόβλημα προς επίλυση, και θα δημιουργεί τους όρους αντίστασης στους πολέμους που ονειρεύονται. Η απελπισία και οι κάθε λογής αναφορές στο «δεν υπάρχει εναλλακτική» δεν είναι μονόδρομος.