Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Αδειο το γραφείο. Κλειστός ο υπολογιστής. Τα τελευταία κείμενα ασφαλή και αποθηκευμένα από χθες το βράδυ. Ολα τακτοποιημένα κι όμορφα. Τέτοια ώρα το πρωί, σχεδόν χάραμα, όλα φαίνονται να κοιμούνται εν ηρεμία.

Με τον καφέ στο χέρι κάθομαι και ξαφνικά συνειδητοποιώ πως μου λείπουν τα ασπρόμαυρα κύματα της χαρτοθάλασσας που υπήρχε επί πολλά χρόνια πάνω στο γραφείο. Και όχι μόνο εκεί, παντού στο σπίτι.

Τώρα τελευταία μου λείπει να γράφω με μολύβι σε χαρτί. Τα γραπτά μας πια πληκτρολογούνται σε ηλεκτρονικούς υπολογιστές κι οι γρήγορες σημειώσεις αποθηκεύονται στα κινητά.

Ομως μου λείπουν οι μουντζούρες κι οι ζωγραφιές στα ανεπίδοτα κείμενα. Οι τρελές υπογραμμίσεις και τα αναρίθμητα βέλη από δω κι από κει. Τα ζιγκ ζαγκ του μολυβιού πάνω στην κόλλα σε στιγμές αμηχανίας, συνήθως όταν μιλούσα στο τηλέφωνο. Τα ονόματα αγαπημένων προσώπων που έγραφα για να ξεκουραστώ και οι ήλιοι με τα αστεία πρόσωπα.

Τα χάρτινα καραβάκια απ’ τις σκισμένες σελίδες αρμενίζανε πάνω στα έπιπλα κι εγώ τους έδινα ονόματα νησιών. Τα μικρά πηγαίνανε Κυκλάδες, τα μεγάλα στην Κρήτη και στη Ρόδο. «Κατάρτι το μολύβι μου, το κείμενο φορτίο» ταξίδευε άλλοτε σε ήρεμες κι άλλοτε σε φουρτουνιασμένες θάλασσες εφημερίδων και βιβλίων.

Μου λείπουν ακόμα και οι στραπατσαρισμένες μπάλες χαρτιών με τα λάθη και τις παρανοήσεις μου. Και το γεμισμένο καλάθι των αχρήστων που συχνά έψαχνα για να βρω ένα χαρτάκι με κάποιο τηλέφωνο που είχα χάσει και ανακάλυπτα ότι κάποια απ’ αυτά τα χαρτιά δεν ήταν καθόλου άχρηστα.

Κάποιο στίχο που είχα σκαρώσει αυθόρμητα είχαν πάνω τους, κάποια φράση μόνη της υπήρχε εκεί έτοιμη να ζωντανέψει από την ανυπαρξία.

Βλέπω τον υπολογιστή κλειστό και τον ανοίγω γρήγορα. Να μην προλάβει και με τυλίξει στα πέπλα της η νοσταλγία. Τώρα όλα είναι εκεί μέσα. Καράβια, μολύβια και χαρτιά δεν υπάρχουν. Και τα λάθη μου τα ’χει καταπιεί το πλήκτρο που σβήνει.

Η αυθόρμητη σκέψη, πολλές φορές σκέψη άτεχνη, πρωτόλεια… μοιάζει αταίριαστη στην οθόνη. «Μία σελίδα δίπλωσα κι έφτιαξα καραβάκι, να ταξιδέψει το ‘βαλα σ’ ένα βαθύ πιατάκι. Κατάρτι το μολύβι μου, το κείμενο φορτίο, μα το νερό αμίλητο σαν Δελφικό μαντείο». Οι στίχοι είναι του Τάκη Σιμώτα.