Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Τρεχάτε, χωριανοί! Το αφεντικό τρελάθηκε και τα δίνει όλα τσάμπα – ε, σχεδόν

Ετσι είναι. Καλά ακούσατε. Αρχισαν οι εκπτώσεις. Τα μαγαζιά ρίχνουν τις τιμές, οι βιτρίνες γέμισαν μ’ εκείνα τα παραλληλόγραμμα χαρτάκια -κυκλοφορούν σ’ όλα τα ζωηρά χρώματα-, που γράφουν «εκπτώσεις» και «sales» (οσονούπω, όπως ενημερωθήκαμε, θα υπάρχει και η κινέζικη γραφή προς διευκόλυνση των από κείθε τουριστών).

Προσοχή, γιατί είναι του ίδιου μεγέθους με εκείνα που γράφουν «πωλείται» ή «ενοικιάζεται», εξίσου πολλά κι αυτά.

Η φιλότιμη αυτή προσπάθεια των καταστηματαρχών να κυκλοφορήσει το χρήμα μας βρίσκει τους περισσότερους, τους συγκλονιστικά περισσότερους, πανί με πανί. Δεν υπάρχει μία, κι αν υπάρχει, περισσευούμενη από χρέη και ρυθμίσεις, την έχει ήδη καπαρώσει (ζήτημα μήνα) ο ακατάργητος ΕΝΦΙΑ.

Υπομονή, έχει ο καιρός γυρίσματα. Το λέει και μια ιστορία από τα βάθη της Ανατολής:

Η ζωή αφόρητη στο χωριό, πείνα και ανέχεια. Ο πατέρας παίρνει τον γιο να πάνε στην πιο κει πολιτεία για να βρούνε μεροκάματο. Με τα πόδια διασχίζουν την έρημο. Σε μια όαση γίνεται παζάρι.

Μεταξύ άλλων πουλάνε και καμήλες, ένα γρόσι τη μία. Ο νεαρός ενθουσιάζεται από την τιμή, δεν μπορεί να το χωρέσει ο νους του πόσο φτηνές είναι οι καμήλες. «Πατέρα, έλα. Να πάρουμε μία καμήλα, να μην πηγαίνουμε με τα πόδια». «Ασ’ το, παιδί μου, δεν γίνεται», του λέει ο γονιός.

Περάσανε τα χρόνια, πατέρας και γιος δούλεψαν σκληρά στην πολιτεία και καζάντισαν. Με γεμάτες πια τις τσέπες, γυρίζουν στο χωριό τους.

Στο ίδιο σημείο της ερήμου πάλι ένα παζάρι, πάλι πουλάνε καμήλες, μόνο που τώρα η μία έχει πέντε γρόσια. «Αχ, πατέρα. Να, βλέπεις, τότε δεν ήθελες να πάρουμε μία καμήλα, αλλά τώρα έχει πέντε γρόσια». «Πέντε; Αντε, μωρέ, τράβα και αγόρασε τρεις-τέσσερις».

Μέχρι να μας συμβεί αυτό (και αν…), θα πρέπει να μάθουμε να ζούμε όπως οι Τουαρέγκ: «Είμαστε σκληραγωγημένοι. Αντέχουμε στην πείνα και στη δίψα όπως οι καμήλες μας». Είναι όμως και το άλλο, με το γαϊδούρι του Νασρεντίν Χότζα, που μέχρι να συνηθίσει στην πείνα ψόφησε.