Μία από τις συνέπειες που μπορεί να έχει το Brexit είναι η σημαντική αύξηση των διδάκτρων για τους Ελληνες φοιτητές στο Ηνωμένο Βασίλειο.
Κάτι τέτοιο θα μεγαλώσει την πίεση για την ίδρυση ιδιωτικών Πανεπιστημίων στην Ελλάδα, η οποία ούτως ή άλλως είναι μεγάλη όπως δείχνει πρόσφατη δημοσκόπηση της Public Issue.
Οι αρμόδιοι υπουργοί διαβεβαιώνουν ότι στο ενδεχόμενο συνταγματικής αναθεώρησης δεν θα θιγεί το άρθρο 16 του Συντάγματος.
Πέρα όμως από προθέσεις, οι υποστηρικτές του δημόσιου Πανεπιστημίου θα βρεθούν απέναντι σε ένα συμπαγές πολιτικό και κοινωνικό μέτωπο, το οποίο θα είναι πολύ δύσκολο να παρακάμψουν.
Οι προπτυχιακές σπουδές με δίδακτρα δεν θα είναι άλλωστε μια «παραφωνία». Δίδακτρα -και μάλιστα υπέρογκα- έχουν ήδη πολλά προγράμματα μεταπτυχιακών σπουδών στα δημόσια Πανεπιστήμια και τα ΤΕΙ, ανεξάρτητα από τα πραγματικά λειτουργικά τους έξοδα.
Η κοινωνία έχει λοιπόν προσχωρήσει στο ιδεολόγημα ότι οι σπουδές έχουν κόστος που δεν μπορεί να καλύπτεται πια από την πολιτεία.
Τα φροντιστήρια και η οικογενειακή δαπάνη για τα παιδιά που αναγκάζονται να μετακινηθούν στις εσχατιές της επικράτειας για να σπουδάσουν έχουν νομιμοποιήσει εδώ και χρόνια αυτή την παθητική στάση.
Ο κίνδυνος υποχώρησης σε θεμελιώδη ζητήματα που αφορούν την Παιδεία -όπως το άρθρο 16- γίνεται μεγαλύτερος αν συνυπολογίσει κανείς την τροπή που αρχίζουν να παίρνουν τα πράγματα στον τομέα της αναπτυξιακής πολιτικής.
Είναι ενδεικτικό ότι στην ομιλία του πρωθυπουργού για τη «δίκαιη ανάπτυξη» δεν έγινε ιδιαίτερη μνεία για την Παιδεία ως πεδίο εφαρμογής αναπτυξιακών πολιτικών, παρ’ όλο που ο συγκεκριμένος τομέας προσφέρει αρκετές ευκαιρίες για την αντιμετώπιση του μεγάλου προβλήματος της ανεργίας και της διαρροής νέων πτυχιούχων στο εξωτερικό.
Στην πρώτη φάση της διακυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ, το υπουργείο Παιδείας έκανε όντως μια προσπάθεια νομοθετικής παρέμβασης, που ακυρώθηκε όμως εκ των πραγμάτων αφού δεν είχε ληφθεί υπόψη ότι τα προτεινόμενα μέτρα θα πρέπει προηγουμένως να συζητηθούν -και να εγκριθούν- από τους «θεσμούς». Ποιος ακριβώς ευθύνεται για το γεγονός ότι το υπουργείο λογάριαζε χωρίς τον ξενοδόχο δεν είναι σαφές.
Ανεξάρτητα πάντως απ’ αυτό, η πανεπιστημιακή κοινότητα δεν κινητοποιήθηκε σχεδόν καθόλου σε εκείνη τη φάση, ενώ ορισμένες καινούργιες ιδέες που είχαν ακουστεί εντός και εκτός ΣΥΡΙΖΑ αγνοήθηκαν.
Την προηγούμενη αβελτηρία προσπάθησε να αντιμετωπίσει η νέα ηγεσία του υπουργείου Παιδείας, περνώντας έναν αριθμό τροπολογιών για την τριτοβάθμια εκπαίδευση και ανοίγοντας ταυτόχρονα την αυλαία του «εθνικού διαλόγου» για την Παιδεία.
Ομως κι αυτή η προσπάθεια βραχυκυκλώθηκε, αφού ο διάλογος με την κοινότητα αποδείχθηκε μάλλον περιορισμένος και υπονομεύτηκε από μεγαλοστελέχη των ΤΕΙ που λειτούργησαν περισσότερο ως ομάδες πίεσης υπέρ συντεχνιακών συμφερόντων παρά ως ακαδημαϊκοί άνθρωποι.
Το πόρισμα της επιτροπής διαλόγου έβαλε μεν στο τραπέζι ορισμένες ενδιαφέρουσες ιδέες, αλλά δεν κατάφερε να σχηματοποιήσει μια ενιαία, συνεκτική στρατηγική για την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση.
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το υπουργείο Παιδείας καταβάλλει προσπάθειες για να αποσαφηνίσει την πολιτική του. Τα πράγματα όμως επι-καθορίζονται από διάφορους γενικότερους όρους.
Ενας πρώτος όρος είναι η δημοσιονομική και θεσμική εποπτεία που μας έχει επιβληθεί από τους δανειστές. Ενας δεύτερος είναι η απουσία ενός πλαισίου συζήτησης που να ανταποκρίνεται στα πραγματικά προβλήματα που θέτει η ακαδημαϊκή πραγματικότητα, με προεξάρχοντα εκείνα της χρηματοδότησης και του ενιαίου χώρου εκπαίδευσης-έρευνας.
Ο τρίτος όμως και κυριότερος όρος είναι η έλλειψη βούλησης σε ένα κεντρικότερο επίπεδο, λόγω του πολιτικού κόστους που μπορεί να έχουν ορισμένα μεταρρυθμιστικά μέτρα – όπως ο εξορθολογισμός της κατάστασης με τα μεταπτυχιακά προγράμματα σπουδών και η αναδιάρθρωση των ΤΕΙ.
Οσο η Αριστερά εξακολουθεί να αναζητεί στρατηγικούς συμμάχους στη σύνοδο των πρυτάνεων, των προέδρων των ΤΕΙ και των προέδρων των Ερευνητικών Κέντρων, χωρίς να προτείνει η ίδια μια καινούργια ατζέντα για την τριτοβάθμια εκπαίδευση και την έρευνα, τόσο θα αυξάνονται οι πιθανότητες η βόμβα να σκάσει στα χέρια της.
Με νέες περικοπές και χωρίς ριζικές μεταρρυθμίσεις, τα δημόσια ιδρύματα θα καταρρεύσουν και τα ερείπιά τους θα παραδοθούν αντί πινακίου φακής στους ιδιώτες. Και τότε το κόστος -όχι μόνο το πολιτικό, αλλά και το ηθικό- θα είναι τεράστιο.
*καθηγητής Βιολογίας στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων
