Προφανείς λόγοι «επικαιρότητας» μας φέρνουν ξανά στην ιστοριογραφία, παλαιότερη και πρόσφατη, των «Ορλωφικών» (βλ. το βιβλίο μου: «Ιστορικών και φιλοσόφων έλεγχος», 2008: 23-28, 37-50), χωρίς ωστόσο να μας διαφεύγει και η οικεία δημοτική παράδοση του «θεάτρου» των «τετρακοσίων χρόνων»: «Θαρρείς πως είναι, Λάμπρο, η περσινή χρονιά / που’ κλεβγες τα καράβια από την Αραπιά / κ’ επούλεις τα στην Αντρο κ’ ήκαμνες σιρμαγιά»…
Σε ποια «νύχτα ιδεών» («nuit des idées»), που πράγματι προκαλεί το ενδιαφέρον σε εκατοντάδες θηρευτές του «νέου συμβάντος», θα μπορούσαν να τεθούν εξ υπαρχής τέτοιοι προβληματισμοί;
Σε ό,τι στις μέρες μας βρίσκεται σε έξαρση: δηλαδή, η αναζήτηση «διεξόδου» της κοινωνικής και οικονομικής πραγματικότητας της χώρας μας μέσω των διαφαινόμενων προοπτικών της.
Ετσι, να μας απασχολεί ό,τι συνιστά «αρχικό σχέδιο», «ανοιχτό πρόγραμμα», «μεταβατικό στάδιο», με την επίκληση των όρων διαμόρφωσης «τακτικής» και «στρατηγικής», σε διεργασίες «νέα τροχιάς» ή «επανεκκίνησης», ιδίως όσο τονώνεται το οικείο «ταξικό πρόσημο».
Κοντολογίς, να στοιχειοθετηθεί η αναγκαία «Σχεδία» που θα μπορούσε να αντιμετωπίζει τα «απρόοπτα» μιας δυσχερούς πορείας μέσω και των αναγκαίων «αντισωμάτων».
Ακριβώς σ’ αυτήν την ιστορική «φάση» των «μεταρρυθμίσεων» παρεμβάλλονται κάποια γκάλοπ που επιχειρούν να «μαραζώσουν» την όποια θετική «υπέρβαση» του παρόντος και χωρίς να «κακίζουν» τον οποιοδήποτε Κάκο ή Κίκη (κατά τα «χαϊδευτικά» νησιών μας).
Χωρίς ωστόσο να αγνοούμε ότι κάποιες απ’ αυτές τις δημοσκοπήσεις προκύπτουν όπως όταν κατατάσσουμε τα «σύννεφα σύμφωνα με το σχήμα τους».
Επιπλέον, η «πολιτική αριθμητική» δεν μπορεί να παραλείψει την κύρια προϋπόθεσή της: «πες μου πώς ψάχνεις για να σου πω τι ψάχνεις».
Ας δώσω ένα δείγμα «αποσιωπήσεων», στις οποίες άλλωστε δεν επιδίδεται μόνο η θορυβώδης αξιωματική αντιπολίτευση.
Ας επιστρέψουμε σε ένα αρκετά απωθούμενο ιστορικό «συμβάν».
Τι θα μπορούσε να γραφεί από τότε, δηλαδή εδώ και μια εξαετία, και ωστόσο να έχει τεθεί σε «αχρηστία» σήμερα;
Από μια ορισμένη οπτική γωνία ό,τι αντιμετωπίζει η χώρα μας κατά το τρέχον έτος και θα βαρύνει τη δεκαετία που θα επακολουθήσει χαρακτηρίζεται «κρίση υπερχρέωσης», εν μέσω της διεθνούς χρηματοπιστωτικής κρίσης.
Κατά το 2009 το δημόσιο χρέος ξεπέρασε τα 300 δισ. ευρώ, με σχεδόν τα δύο τρίτα αυτού του ποσού να αποτελεί δάνειο της τελευταίας πενταετίας.
Οταν δηλαδή, εντελώς ενδεικτικά, υπήρξαν ευνοϊκές νομοθετικές ρυθμίσεις για το τραπεζικό κεφάλαιο που γνώρισε μια νέα περίοδο κερδοφορίας.
Για παράδειγμα, μειώθηκε ο συντελεστής φορολόγησης των κερδών από 32% σε 29%.
Ως προς το εφοπλιστικό κεφάλαιο, οι πλοιοκτήτες κρουαζιερόπλοιων απαλλάχθηκαν από τις εργοδοτικές εισφορές προς το ΝΑΤ, αλλά και οικειοποιήθηκαν τις παρακρατηθείσες εισφορές των εργαζομένων.
Στο βιομηχανικό κεφάλαιο μειώθηκαν από το 35% στο 25% οι συντελεστές φορολόγησης στα κέρδη επιχειρήσεων.
Και όλα αυτά, όταν το κράτος παραμένει σπάταλο και διεφθαρμένο, χωρίς να μεριμνά για τον περιορισμό -τουλάχιστον- της «φοροαπαλλαγής» και της «φοροδιαφυγής» που συνήθως συμβαίνει με τους ελεύθερους επαγγελματίες μεσαίων και κυρίως ανώτερων εισοδημάτων.
Και τώρα που μεγεθύνεται η δυσκολία ανεύρεσης δανεικού χρήματος σε χαμηλή τιμή;
Βαφτίστηκε δημοσιονομικό «νοικοκύρεμα» το «άλλος χρωστάει και άλλος πληρώνει».
Οι χαμηλόμισθοι του Δημοσίου από φτωχοί γίνονται φτωχότεροι.
Οι μισθοί και οι συντάξεις τους όχι μόνο δεν παρακολουθούν τη ραγδαία αύξηση του τιμάριθμου, αλλά και περικόπτονται δραστικά μηνιαίως και σε ό,τι ονομάστηκε 13ος και 14ος μισθός.
Επιπρόσθετα, η έμμεση φορολογία (ΦΠΑ) τους πλήττει καίρια, σε συνδυασμό με τη μείωση των κρατικών δαπανών για την υγεία, την εκπαίδευση και την ασφάλιση.
Ο,τι δηλαδή προεξοφλεί ένα καταναλωτικό κοινό με μειωμένη αγοραστική δύναμη απέναντι στην όποια ευαγγελιζόμενη «ανάπτυξη».
Ερχομαι, τέλος, στο πεδίο του πολιτικού κεφαλαίου και ιδίως στη νομοθετική εξουσία, επίσης έτους 2010.
Χρόνια τώρα διέπει τους βουλευτές ένα πλασματικό «πόθεν έσχες» που δεν συνεπάγεται την απάντηση στο ερώτημα πότε και πώς αποκτήθηκε η κινητή και η ακίνητη περιουσία τους.
Η βουλευτική «αποζημίωση» παραμένει απολύτως ικανή για να καλοζούνε και ανεπάγγελτοι και να σχηματίζουν περιουσία, τουλάχιστον αυτή που «φαίνεται».
Παρά το αναγγελθέν περίπου 20% των περικοπών κάποιων «επιδομάτων», τούτο αντισταθμίζεται από τη συμμετοχή τους σε σειρά επιτροπών (η τηλεόραση της Βουλής αποδεικνύει την «αθρόα» παρουσία τους).
Τα προνόμια -δωρεάν αεροπορικά εισιτήρια της πρώτης θέσης, διαμονή σε ξενοδοχεία πρωτεύουσας, υπάλληλοι αποσπασμένοι (ακόμη και εκπαιδευτικοί), τηλέφωνα, φύλακες, οδηγοί κ.λπ.- διατηρούνται στο ακέραιο, καθώς επίσης η στελέχωση των γραφείων τους, στους τόπους εκλογής τους και στην Αθήνα.
Μάλιστα, «σύμβουλοί» τους -συχνά νεοσσοί στην πολιτική σκηνή και εκκολαπτόμενοι διάδοχοί τους, ακόμη και με ένα πτυχίο στο χέρι- ξεπερνούν ως προς τις μηνιαίες καθαρές αποδοχές τις αντίστοιχες του αναπληρωτή καθηγητή.
Και ποιο είναι το «νέο» τώρα που κονταροχτυπιέται ο «εισοδισμός» με τον «εξοδισμό»;
Μόνο οι «offshore» δραστηριότητες;
*ομότιμος καθηγητής Κοινωνικής και Πολιτικής Φιλοσοφίας στο Παν/μιο Ιωαννίνων
