«Πώς είναι έτσι ο τάδε υπουργός; Μα καλά, δεν έχει κοιταχτεί ποτέ στον καθρέφτη;!» «Γιατί, τον δείνα αντιπολιτευόμενο τον πρόσεξες; Πώς είναι έτσι το βλέμμα του; Τον κοιτάς και σε υπνωτίζει!».
Ολοι μας, λίγο-πολύ, έχουμε υπάρξει αυτήκοοι μάρτυρες –αν όχι συνδιαλεγόμενοι και οι ίδιοι– σε συζητήσεις όπως την παραπάνω.
Συζητήσεις που χαρακτηρίζονται, σχεδόν με αναίδεια, ως τάχα πολιτικές, αν και πρόκειται για καθαρό κουτσομπολίστικο ξεκατίνιασμα.
Αλλωστε, σε μια πραγματική πολιτική συζήτηση, εξ ορισμού δεν θα μπορούσανε να έχουν θέση επιθετικοί προσδιορισμοί όπως «χοντρός», «αλλήθωρος», «χαζοχαρούμενος», «άπλυτος», «γλωσσοκοπάνα», «κοντοστούπης», «κεκές», «τζουτζούκος», «χειμαδιό» και ένα σωρό συνώνυμοι που έχουν να κάνουν με εγγενή εξωτερικά χαρακτηριστικά γνωρίσματα ή ενδυματολογικές επιλογές και όχι με πολιτικές τοποθετήσεις, αποφάσεις και πεπραγμένα.
Μάλλον είναι γεγονός ότι ρέπουμε στην… κοινωνική κριτική (αν θελήσουμε να χρησιμοποιήσουμε έναν κομψότερο όρο για το κουτσομπολιό) και πάσχουμε ταυτόχρονα σε πολιτική συγκρότηση.
Πλείστες φορές, μάλιστα, αυτή η ροπή μας για ανούσιο, άστοχο και άσκοπο σχολιασμό βρίσκει χώρο να γιγαντωθεί εξαιτίας της έλλειψης γενικότερης –άρα και πολιτικής– συγκρότησης. Παρ’ όλα αυτά, είναι άλλο θέμα οι (οποιουδήποτε επιπέδου) συζητήσεις στα καφενεία και στις παρέες και διαφορετική υπόθεση η αναπαραγωγή του ίδιου φαινομένου στον δημόσιο λόγο.
Κονδυλοφόροι σε εφημερίδες και δακτυλογράφοι σε ενημερωτικές ιστοσελίδες, ακροβολισμένοι σχολιαστές σε τηλεπαράθυρα και ραδιοθαλάμους, στρατιές ολόκληρες διαμορφωτών της κοινής γνώμης ασχολούνται νυχθημερόν με τη στοχοποίηση δημόσιων προσώπων.
Αξιοποιούν μια άβολη στιγμή στην οποία συνέλαβε το θύμα τους η πανταχού παρούσα κάμερα, για να χρησιμοποιήσουν την εικόνα ως επιθετικό όπλο εναντίον των στόχων τους.
Πάνω στην εφήμερη εικόνα οικοδομούν ολόκληρη στρατηγική αποδόμησης, ανακυκλώνοντάς τη με πηχυαίους τίτλους και απαξιωτικές αναφορές, παντελώς άσχετες με την πολιτική.
Τη δουλειά ολοκληρώνουν στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης διάφορες «ομάδες αλήθειας», «παρατηρητήρια» και άλλα συναφή κατασκευάσματα έμμισθων γκεμπελίσκων προβοκατόρων, οι οποίοι φροντίζουν να φτάσει η εικόνα με τους τίτλους και τα σχόλια μέχρι και τον τελευταίο χρήστη.
Αυτός θα την αναπαράξει, με κανιβαλική διάθεση, στους ηλεκτρονικούς του φίλους και ούτω καθεξής.
Θα μπορούσε κάποιος να παρατηρήσει ότι τα κάθε λογής μέσα είναι κι αυτά προϊόντα της κοινωνίας, οπότε είναι λογικό να φέρουν τις παθογένειές της. Από την άλλη, βέβαια, δεν μπορούμε να αγνοήσουμε πως όσο η κοινωνία ανατροφοδοτείται από τα μέσα με πρόσφορο υλικό, τόσο θα εμπεδώνεται ο κανιβαλισμός ως θεμιτή κανονικότητα και θα ατροφούν η κριτική σκέψη και το πολιτικό αισθητήριο.
Επιπρόσθετα, ας αναλογιστούμε ότι επικεφαλής της πυραμίδας που περιγράψαμε παραπάνω βρίσκονται συνήθως πολιτικά πρόσωπα και κομματικά επικοινωνιακά επιτελεία.
Για να οδηγηθούμε στο θλιβερό συμπέρασμα πως ο αποπροσανατολισμός της κοινωνίας από την πραγματική πολιτική μέσω αυτών των προσωπικών επιθέσεων με βάση την εξωτερική εμφάνιση, που λειτουργούν ως προπετάσματα καπνού, είναι διαχρονικά στρατηγικός στόχος του πολιτικού κατεστημένου.
Η πολιτική ωριμότητα και η κριτική σκέψη κατακτιούνται με μικρά βήματα και μεγάλη προσπάθεια.
Αν αρνηθούμε ν’ αναπαράξουμε στο πραγματικό ή ηλεκτρονικό μας καφενείο ένα δήθεν πολιτικό θέμα, που θα εστιάζει στην εμφάνιση ή στις προσωπικές συνήθειες κάποιου πολιτικού προσώπου, θα έχουμε κάνει ένα μικρό βήμα.
Οι πολιτικοί, όπως όλοι οι άνθρωποι, κρίνονται από τα πεπραγμένα τους, από τα έργα και τα ελλείμματά τους· τα υπόλοιπα είναι εκ του πονηρού.
Κι ας θυμόμαστε ότι ο πιο αποτελεσματικός τρόπος για να αδρανοποιηθεί η κάθε λογής προπαγάνδα, είναι να μη βρίσκει πρόθυμους αναμεταδότες.
