Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Η πολιτική συμμετοχή στα κοινωνικά δρώμενα στην αρχαία Ελλάδα ήταν καθολική αξία ζωής, όπως και γιορτή της πόλης. Μάλιστα κορυφαίοι λυρικοί ποιητές όχι μόνο ύμνησαν τους κοινωνικούς και πολιτικούς αγώνες, αλλά σε αρκετές περιπτώσεις μετείχαν οι ίδιοι σ’ αυτούς και αποτύπωσαν το πάθος της δράσης τους στην ποίησή τους.

Ο Αλκαίος από τη Μυτιλήνη, που έζησε τον 7ο π.Χ. αιώνα -γεννήθηκε το 630-, περίοδο έντονων πολιτικών συγκρούσεων και κοινωνικών ανακατατάξεων, έγραψε ποίηση με βάση την προσωπική του εμπειρία.

Ο Αλκαίος συμπεριλαμβάνεται στον κανόνα των εννέα λυρικών ποιητών που δημιούργησαν οι Αλεξανδρινοί φιλόλογοι. Γόνος αριστοκρατικής οικογένειας, ο ποιητής εναντιώθηκε μαζί με τα αδέλφια του στους τυράννους της Μυτιλήνης Μυρσίλο και Μέλαγχρο, αργότερα και στον αισυμνήτη -αιρετός «κυβερνήτης με μεγάλες εξουσίες»- Πιττακό, έναν από τους Επτά Σοφούς της αρχαίας Ελλάδας.

Στο έργο του «Στασιωτικά», που παραπέμπει σε πολιτικές στάσεις κατά αυταρχικών ηγετών και δικτατόρων, αναφέρεται λεπτομερώς σε σχετικά γεγονότα. Παρομοιάζει την πόλη παραστατικά «με πλοίο σε τρικυμία, το οποίο κινδυνεύει να βυθιστεί», (Στυλιανός Αλεξίου, «Από τον Ομηρο στον 20ό αιώνα», εκδ. Στιγμή).

Με μια φοβερή ορμή επιτίθεται στον Πιττακό και προβλέπει: «Στην επιθυμία του για μεγάλη δύναμη τούτος ο άνθρωπος σύντομα θα φέρει άνω κάτω την πόλη, που κρέμεται από μια κλωστή» (C.M. BOWRA, Αρχαία Ελληνική Λυρική Ποίηση, Α’ τόμος, μτφρ. Ι.Ν. Καζάζης, εκδ. ΜΙΕΤ).

Αργότερα, όταν ασκεί εξουσία ο Πιττακός, του επιτίθεται για την κοινωνική του καταγωγή για να τον μειώσει ενώ συγχρόνως ασκεί κριτική στους συμπολίτες του για την επιλογή τους: «τον Πιττακό, από μια τόσο ταπεινή γενιά, με θερμούς κι ομόφωνους επαίνους έστησαν τύραννο της πόλης της άνευρης και της βαρυσυφοριασμένης» (στο ίδιο).

Πολιτικοί στίχοι οι οποίοι, εκτός από κριτική, παρακινούν τους πολίτες σε συνειδησιακή εγρήγορση -αν και υπήρξε πολιτικός εξόριστος δεν έχασε το πάθος του. Για τα διαχρονικά αποτελέσματα της φτώχειας αποφαίνεται: «Η Ανέχεια είναι θλιβερό πράγμα, κακό που δεν δαμάζεται, με την αδερφή της, την Αμηχανία, υποδουλώνει ακόμη και ένα μεγάλο λαό» (Ι. Ν. Καζάζης).

Ελαβε μέρος στον πόλεμο κατά των Αθηναίων, όπου κρατά την ίδια αντιηρωική στάση με τον Αρχίλοχο. «Ο Αλκαίος σώθηκε», σημειώνει, αφού έχασε την ασπίδα του. Ο Αλκαίος αγάπησε τα συμπόσια και το κρασί, τη γιορτή των φίλων και της πόλης. Στο έργο του «Συμποτικά» υποστηρίζει για το κρασί πως «είναι φάρμακον άριστον».

Ιδιαίτερα για τις μέρες του χειμώνα αποφαίνεται: «Να αντιμετωπίσεις τον χειμώνα ρίχνοντας ξύλα στη φωτιά και κερνώντας χωρίς φειδώ κρασί σαν μέλι» (Στυλ. Αλεξίου). Για κρασί καλεί βέβαια και το κατακαλόκαιρο.

Από τα διασωθέντα σπαράγματα του πολιτικού ποιητή δεν λείπουν οι έρωτες στις γυναίκες αλλά και ο ύμνος στην ομορφιά της Φύσης· ειδικότερα για τον ποταμό Εβρο γράφει: «Βγαίνεις μέσα από τη γη της Θράκης στη μενεξελιά θάλασσα, και σε περνούν κορίτσια, τέρποντας στη ροή σου, με απαλά χέρια, την επιδερμίδα των όμορφων μηρών» (μτφρ. Στ. Αλεξίου), ή αλλού για το ρίγος της Φύσης γράφει: «Την άνοιξη ένιωσα, με τ’ άνθη της που ερχόταν».

Ο Αλκαίος, των πολιτικών αγώνων, του έρωτα, της γιορτής και του πάθους, συγκλονίζει με την ποίησή του, μας καλεί να ζήσουμε.