Διάβασα στις 19 Μαΐου ένα άρθρο στην «Εφημερίδα των Συντακτών» για τον Juergen Habermas που αφορούσε και τους Eλληνες διανοούμενους και ομολογώ ότι μου γεννήθηκαν μερικά ερωτήματα.
Σύμφωνα με τον Habermas, όπως αναφέρει το άρθρο, η γερμανική κοινωνία κατάφερε να ανασυγκροτηθεί μετά τον Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο και να αποδομηθεί ως «συνειδησιακή κατάσταση» και ως «πολιτική συνθήκη», όπως είχε κατασκευαστεί στη μεταπολεμική περίοδο. Αυτό συντελέστηκε κατά την άποψή του οριστικά στη συμφωνία στις Βρυξέλλες τον Ιούλιο του 2015.
Στη συνέχεια ο Habermas απευθύνει τον λόγο στους Ελληνες διανοούμενους και τους προτρέπει να αναπτύξουν και αυτοί τις δικές τους ιδέες για να σώσουν τη χώρα τους, όπως το έπραξαν οι Γερμανοί. Και εδώ ξεκινούν, κατά την άποψή μου αναπόφευκτα, οι συνειρμοί:
Ποια είναι η σημερινή, καινούργια, απενοχοποιημένη συνειδησιακή κατάσταση που διέπει τη γερμανική κοινωνία και είναι αποτέλεσμα των επιδιώξεων και της διαχείρισης των γερμανικών ελίτ; Διότι δεν είναι δυνατόν να αναστρέψεις τη συνείδηση ενός ηττημένου λαού, και εδώ αξίζει να σταθούμε κυρίως στην ήττα των ιδεών, χωρίς να καλλιεργείς ταυτόχρονα τη συνείδηση του επανερχόμενου νικητή.
Ή μήπως η ήττα και η συνθήκη που επιβλήθηκε στους ηττημένους, είτε πέρασαν, είτε δεν πέρασαν στο συνειδησιακό επίπεδο, πυροδότησαν την αντίδραση: περιμένετε και θα δείτε!
Το ότι η Γερμανία είχε και έχει τη συνειδησιακή κατάσταση της υπεροχής, την ικανότητα της αυτοσυγκρότησης και ανασυγκρότησης, δεν το αμφισβήτησε ποτέ κανείς και σ’ αυτό έχουμε γνώση όλοι, Ευρωπαίοι και μη. Επομένως το ερώτημα για τη Γερμανία τίθεται διαφορετικά:
Πώς καθοδηγείς έναν λαό που γαλουχήθηκε με την ιδέα της υπεροχής με τόσο οδυνηρά αποτελέσματα για την ανθρωπότητα, προκειμένου να ηγηθεί για μία ακόμη φορά της Ευρώπης, προτάσσοντας όμως άλλες αξίες και προτεραιότητες;
Πώς θα αποφύγεις ένας λαός με μεγάλη οικονομική ισχύ να μη θελήσει ξανά την επικράτηση και την επιβολή των δικών του ιδεών πάνω στους άλλους λαούς;
Εκτός και αν αποδεχτούμε πως οι ιδέες αυτές της ανελευθερίας και της «αναγκαστικής προσαρμογής» κατασκευάστηκαν απ’ τον ανθρώπινο νου για να κυριαρχήσουν για πάντα στις ανθρώπινες κοινωνίες.
Απομένει άρα να αποδειχθεί αν η Γερμανία, μετά την αποδόμηση της παλιάς συνειδησιακής κατάστασής της που ίσχυε στη μεταπολεμική περίοδο, απέκτησε πλέον διαφορετική συνείδηση ως κρατική οντότητα και λαός, που θα την οδηγήσει στην ιδέα της προσφοράς ως ηγέτιδα ευρωπαϊκή δύναμη προς την ανθρωπότητα.
Μερικοί σύγχρονοι διαμορφωτές ιδεών βέβαια προσπαθούν να μας περάσουν την αντίληψη πως ο χρεωμένος και οικονομικά χρεοκοπημένος πρέπει να είναι αναγκαστικά και ηθικά ξεπουλημένος. Εδώ διαφωνώ ριζικά.
Σε κάθε μεγάλο οικονομικό σκάνδαλο που αποκαλύπτεται στην Ελλάδα είναι αναμειγμένες γερμανικές εταιρείες. Θα πρότεινα λοιπόν στους επιτυχώς ανασυγκροτημένους που θέλουν να γίνουν παράδειγμα προς μίμηση, πριν αναφωνήσουν το «νενικήκαμεν», να μην ξεχάσουν να ψάξουν και στο σύστημα των ηθικών αξιών των νικητών.
Ετσι, απέναντι στον πολύ προσφιλή σ’ εμένα Juergen Habermas, μια και σπούδασα στη Γερμανία, θα ανέπτυσσα τον εξής αντίλογο:
Τι θα λέγατε αν παράλληλα με τις προτροπές σας προς τους Ελληνες διανοούμενους για την αναζήτηση νέων σωτήριων ιδεών για την Ελλάδα απευθυνθείτε και στους πνευματικούς ανθρώπους της Γερμανίας, καλώντας τους να αναζητήσουν και εκείνοι καινούργιες ιδέες για να αποτελέσει και η Γερμανία, ως μεγάλη δύναμη που επιδιώκει να είναι, ένα θετικό παράδειγμα προσφοράς στην ιστορία της ανθρωπότητας;
Οσον αφορά δε τα απαξιωτικά σχόλια για την ενασχόληση των Ελλήνων διανοουμένων με τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη, αυτό δεν έγινε ποτέ αιτία στέρεψης ή ανάχωμα για την ανάπτυξη νέων ιδεών, αλλά αντίθετα αποτελεί αφετηρία και πηγή έμπνευσης για τη θωράκιση του αξιακού συστήματος και τη λειτουργία των δημοκρατικών θεσμών.
Το πρόβλημα δεν έγκειται στη σπουδή των κειμένων των αρχαίων Ελλήνων φιλοσόφων, αλλά στη μη εφαρμογή των λόγων τους.
Θεωρώ επίσης τον χαρακτηρισμό που δόθηκε από τον συντάκτη του άρθρου που διάβασα στους σύγχρονους Ελληνες διανοούμενους, ότι είναι «εισαγωγείς-μεταπράτες» ξένων ιδεών, άστοχο. Οι ιδέες κρίνονται όχι ως προς την πατρότητά τους, αλλά ως προς τη δυναμική τους να ανταποκριθούν στις ανάγκες μιας κοινωνίας και να σηματοδοτήσουν κοινωνικές αλλαγές.
Θα έλεγα επίσης ότι όσοι μεταφέρουν τη θεωρητική θέση ενός φιλοσόφου ή διανοητή και δεν έχουν οι ίδιοι κάποιον αντίλογο, καλό θα ήταν να μη χαρακτηρίζουν τους άλλους μεταπράτες, τη στιγμή που οι ίδιοι είναι απλώς μεταφορείς. Ο ελληνικός πολιτισμός εξάλλου εξακολουθεί να είναι από τους πιο «εμπορικούς» του πλανήτη, επομένως αν θέλουμε να μιλάμε για μεταπράτες, έχουν προηγηθεί άλλοι, προ ημών.
Κατά πόσο όμως οι στοχαστές, οι γνώστες, οι κατασκευαστές ιδεών είναι σε θέση με τις ιδέες τους να σώσουν μια κοινωνία, αυτό είναι το μεγάλο ζητούμενο, απ’ το οποίο δεν παραιτούνται ούτε αυτοί, ούτε ευτυχώς εμείς οι υπόλοιποι, παρ’ όλες τις διαχρονικά επαναλαμβανόμενες απογοητεύσεις.
* καθηγήτριας-συγγραφέως
