Γιατί ανοίγει η ατζέντα του χρέους; Η πρώτη καλόπιστη απάντηση είναι ανθρωπιστική: Μα για να σταματήσει αυτός ο ατελείωτος πόνος της χρεωμένης χώρας και του χρεωμένου ανθρώπου.
Ομως, η πολιτική και οικονομική απάντηση διαφέρει. Η προσέγγιση της Ευρώπης και της τρόικας στο θέμα του χρέους ήταν κραυγαλέο υπόδειγμα εσφαλμένων πολιτικών, τόσο από τη σκοπιά της Ελλάδας όσο και των δανειστών – που σήμερα παγιδεύουν και τις δύο πλευρές.
Ας το κρατήσουμε: Η κουβέντα για τα χρέος ανοίγει υπό καθεστώς άρρητης παραδοχής λαθών, μεγάλου φόβου και για διαφορετικούς λόγους για κάθε έναν από τους δρώντες που συζητούν το ίδιο ζήτημα. Το ΔΝΤ γιατί φοβάται την παγκόσμια κατακραυγή για την αποτυχία του στο «πρόγραμμα διάσωσης της Ελλάδας».
Η ΕΚΤ γιατί φοβάται για την τύχη του ευρώ. Η Κομισιόν γιατί φοβάται για την Ενωμένη Ευρώπη και οι ΗΠΑ για τον αμερικανικό 21ο αιώνα. Η Γερμανία γιατί φοβάται τον ευρωπαϊκό αντιγερμανισμό. Η κυβέρνηση για να μπορέσει να δείξει κάποια απτά στοιχεία ανάπτυξης με δυνατότητα άσκησης στοιχειώδους οικονομικής πολιτικής, ώστε διασώζοντας ό,τι μπορεί να διασωθεί από τη χώρα και τους πολίτες, να διασωθεί και η ίδια, κ.ο.κ.
Από την πλευρά της θεωρίας –μιας αξιολογικά ουδέτερης ομπρέλας– η ατζέντα του χρέους ανοίγει επειδή η Ελλάδα θα αδυνατεί να εξυπηρετήσει το υπερβολικό χρέος της βγαίνοντας (οψέποτε) στις αγορές, οι οποίες, κατά κοινή ομολογία, ευθύνονται σε μεγάλο βαθμό για την κρίση που ξεκίνησε το 2007-08 ως χρηματοπιστωτική απληστία, για να μεταλλαχθεί με ευθύνη των ελληνικών κυβερνήσεων ΠΑΣΟΚ και Ν.Δ. σε κρίση χρέους, σε νομισματική κρίση με ευθύνη της ευρωζώνης και της ΕΚΤ και, τέλος, σε υπαρξιακή, κοινωνικοπολιτική κρίση για τη χώρα.
Και βρισκόμαστε ακριβώς στο σημείο έναρξης του φαύλου κύκλου και στον κίνδυνο διαιώνισής του – με την αντιπολίτευση να θέλει απλώς την εξουσία αρνούμενη στους Ελληνες τον στόχο της μελλοντικής δίκαιης ζωής, τη συνολική ευημερία και την αξιοπρέπεια.
Για να βάζουμε μερικά πράγματα στη θέση τους. Η υπερχρέωση (debt overhang) της Ελλάδας, δηλαδή η συσσώρευση υπερβολικού δημόσιου χρέους, απαιτούσε ήδη από το 2009 δράσεις αντιμετώπισης ή και αναδιάρθρωσης, στο μέτρο που θα επηρέαζε τη σχέση χρέους και οικονομικής ανάπτυξης.
Γενικά, οι νοούμενες διεθνώς ως «καλές πρακτικές» δεν υιοθετήθηκαν το 2010. Ούτε οι ελληνικές κυβερνήσεις έθεσαν τέτοια ζητήματα. Η ασφυκτική δημοσιονομική προσαρμογή που επιβλήθηκε αύξησε την ένταση και τη διάρκεια της ύφεσης και οδήγησε στην περαιτέρω ραγδαία υπερχρέωση της οικονομίας.
Η όποια κυβέρνηση (παρούσα ή μελλοντική), εμποδιζόμενη από τους δανειστές να σχεδιάσει την αναπτυξιακή οικονομική πολιτική, θα αδυνατεί να συνάψει νέο δανεισμό ώστε να μπορεί να χρηματοδοτήσει, επωφελώς για τη χώρα και τους κατοίκους της, προγράμματα επενδύσεων που θα οδηγήσουν στη μείωση του χρέους της σε βάθος χρόνου.
(Σημειώστε ότι ο νομπελίστας Πολ Κρούγκμαν –που εισήγαγε τον όρο debt overhang το 1988 για τις πολύ φτωχές τριτοκοσμικές χώρες– όρισε την υπερχρέωση ως δημοσιονομική κατάσταση κατά την οποία το χρέος είναι τόσο υψηλό, ώστε η κυβέρνηση αδυνατεί ή τουλάχιστον δυσκολεύεται να το αποπληρώσει, εφόσον η προσδοκώμενη αξία της μελλοντικής δυνατότητας αποπληρωμής είναι μικρότερη από την τρέχουσα ονομαστική αξία του χρέους της χώρας).
Σε μια τέτοια περίπτωση, η προσδοκώμενη εξυπηρέτηση του χρέους είναι άμεσα συνδεδεμένη με την παραγωγική ικανότητα και το ΑΕΠ, δηλαδή την ανάπτυξη της υπερχρεωμένης-δανειζόμενης χώρας. Η δυνατότητα εξυπηρέτησης του χρέους συνδέεται με τις επενδύσεις (για τις οποίες κόπτεται η Ν.Δ.) και, πιο συγκεκριμένα, με τη δυνητική φορολογία αυτών των επενδύσεων (την οποία η Ν.Δ. υπόσχεται γενικά ότι θα μειώσει).
Ομως –και αυτό δεν το εξηγεί η Ν.Δ. γυρίζοντας την πλάτη στην κουβέντα– από μόνο του το υψηλό επίπεδο χρέους επιδεινώνει το επενδυτικό κλίμα, σπέρνοντας αντικίνητρα στην ανάληψη επενδύσεων, τόσο από τον δημόσιο τομέα που, από την πλευρά του, προσπαθεί να εξυπηρετήσει το προϋφιστάμενο χρέος, όσο και από τον ιδιωτικό τομέα, του οποίου οι προσδοκίες για υψηλή φορολογία διαμορφώνονται με βάση την οικονομική πολιτική που υιοθετείται ως προς την εξυπηρέτηση του μεγάλου χρέους.
Τα υπόλοιπα του φαύλου κύκλου έχουν ορίζοντα τον φασισμό: βάθεμα της ύφεσης, περαιτέρω μείωση του βιοτικού επιπέδου λόγω της μείωσης των δαπανών σε ζωτικούς τομείς όπως η εκπαίδευση, η υγεία και οι υποδομές, κ.λπ., με την αντιπολίτευση, σε κούρσα αντι-ΣΥΡΙΖΑ, να μη συζητά τα σπουδαία, να ψέγει την κυβέρνηση για τον αποκλεισμό στη Eurovision και τον Αλέξη ως γητευτή της Λαγκάρντ!
Με τα λόγια του Ου. Σέξπιρ στον «Αμλετ» (τετρακόσια χρόνια από τον θάνατο του Σέξπιρ): «Φταίμε συχνά –κι αυτό έχει αποδειχθεί– όταν με πρόσωπο ευλαβικό και πράξεις τάχατες ενάρετες χρυσώνουμε το χάπι ως και στον διάβολο τον ίδιο».
Δεν είναι η πρώτη φορά που, ειδικά, η Δεξιά και το πνεύμα ΠΑΣΟΚ δρα εις βάρος των στοιχειωδών εθνικών συμφερόντων παριστάνοντας ότι τα προασπίζει. Η συζήτηση για το χρέος είναι εθνική, όχι κομματική. Πρέπει να γίνει με κριτήριο τα κοινωνικά ζητήματα της συλλογικής ευημερίας, της αξιοπρέπειας – αυτά που δικαιούνται οι Ελληνες και που οι παλιές πολιτικές ελίτ και τα μίντια της φτώχειας χρόνια τώρα τους αρνούνται.
