Σε τι ευστοχεί ο σεφερικός στίχος; Τελευταία, με διαφορετικές αφορμήσεις, «αναγκάστηκαν» να προσέλθουν στον στίβο του δημόσιου λόγου ο Σωκράτης και ο Πρωταγόρας. Ο πρώτος για να προσφέρει τις υπηρεσίες του στην καθιέρωση «παγκόσμιας ημέρας Ελληνοφωνίας και Ελληνικού Πολιτισμού» και ο δεύτερος για να συνηγορήσει στον «κοινό ευρωπαϊκό δείκτη πορείας».
Τι ήταν αυτό που προκάλεσε τόσο θόρυβο; Ανατρέχω στο βιβλίο μου «Στην αυγή του νέου αιώνα» (2002:16/17, 269/270, 291/292), για να δώσω μια επαρκή απάντηση σ’ αυτό το ερώτημα. Ποιοι αντιπαρατέθηκαν στον Πρωταγόρα (ως προς τον Σωκράτη θα επανέλθω) ως προς το «πάντων χρημάτων μέτρον άνθρωπος…»;
Αν ο αποκλειστικός πληροφορητής μας ήταν ο Πλάτων, τότε η ρήση του Πρωταγόρα θα είχε «ερμηνευτεί» ως εξής: «Με τη φράση αυτή ήθελε να πει ότι η αλήθεια του κάθε πράγματος εξαρτάται από το πώς ο καθένας το αντιλαμβάνεται».
Θα επρόκειτο όμως για μια «ηθική-κανονιστική» συλλογιστική που προσπαθεί να ερμηνεύσει το επιχείρημα των αντιπάλων τους ως αυτοαναιρούμενο υποκειμενισμό (Θεαίτητος 125 a) για να αναχθεί στο ύπατο κανονιστικό κριτήριο: «ο δη θεός ημίν πάντων χρημάτων αν είη μάλιστα, και πολύ μάλλον ή που τις, ως φασίν άνθρωπος» (Νόμοι 716 c).
Πού είχε εστιάσει το ενδιαφέρον της η αρχαία ή πρώτη Σοφιστική που καλύπτει έναν περίπου αιώνα (450 ώς το 350 π.Χ.); Η κριτική της απευθύνεται στα εξής κυρίως σημεία προβληματισμού: θρησκεία, εκπαίδευση, πολιτική εξουσία και γλώσσα. Μ’ άλλα λόγια στοιχειοθετεί το αίτημα της λογικής ερμηνείας του κόσμου μέσα από μια πολυδύναμη κριτική των κοινωνικών και πολιτικών θεσμών.
Ως προς το εγερθέν ζήτημα συγκροτείται το τρίπτυχο: «άνθρωπος» – «χρήματα» – «μέτρον», με το οποίο θεμελιώνεται μια συγκεκριμένη σχέση ανάμεσα στον άνθρωπο ως κοινωνική ύπαρξη και τον κόσμο του. Στη σχέση αυτή δεν παράγεται μόνον ένα αντικείμενο («χρήμα») για το υποκείμενο, αλλά συνάμα ένα υποκείμενο για την υποστάτωση του αντικειμενικού κόσμου.
Πώς εμπλέκεται ο Πρωταγόρας με τα διλήμματα του «ευρωσκεπτικισμού»; Ας μου επιτραπεί να επιστρέψω στο 1992 και να ανασύρω ό,τι υποστήριξα -παρόντων δύο Γερμανών συναδέλφων- στη συνάντηση «Η ιδέα της Ευρώπης», που οργάνωσε ο Τομέας Φιλοσοφίας του Παν/μιου Ιωαννίνων.
Η «Ευρώπη» -ως αυτοτελής γεωπολιτική και πολιτιστική οντότητα- δεν υπήρξε και προφανώς δεν είναι και στις μέρες μας δεδομένη. Η διαπίστωση του Balibar ότι έχουμε μπροστά μας μια «ασταθή ισορροπία» υπερεθνικών θεσμών και η προτροπή του Morin, «Penser l’ Europe», σήμαινε πρώτιστα να συζητήσουμε για το μέλλον της.
Σ’ αυτήν την αναζήτηση δεν προσέρχεται κανείς με έτοιμες λύσεις ή συνταγές. Μια αίσθηση -επαναλαμβάνω αυτολεξεί- ωστόσο κοινωνικής κριτικής διατρέχει την ευρωπαϊκή σκέψη ήδη από τις παλαιότερες εκφάνσεις της που συνοψίζεται στην απόφανση του Πρωταγόρα:
Πάντων χρημάτων μέτρον εστίν άνθρωπος
των μεν όντων ως έστιν, των δε ουκ όντων ως ουκ έστιν
Θα συνεχίσω όμως με τον Marx (βλ. το βιβλίο μου« Ο Marx στον καθρέφτη», 2014:33). Στην ερώτηση «Πρόλαβες να συμμερισθείς την ανατίμηση των Σοφιστών», η απάντηση ήλθε ως εξής: Η αποκατάσταση της Σοφιστικής και μάλιστα του κινήματος του «Διαφωτισμού» είχε επιχειρηθεί ήδη από τον Hegel. Αυτός ενδιαφέρθηκε να αντικρούσει τη «γενική κατακραυγή» εναντίον της, διαπιστώνοντας τη συγγένεια με τον ονομαζόμενο «Διαφωτισμό» των νεότερων χρόνων.
Κατά τη γνώμη του και στα δύο αυτά κινήματα η σκέψη αποπειράται να διαλύσει την «ευστάθεια της πίστης» και να «διασκορπίσει» το περιεχόμενό της. Με κύριο γνώρισμα της ιδιοσυστασίας του αρχαίου κινήματος την «επιστροφή του πνεύματος από την αντικειμενικότητα στον ίδιο τον εαυτό του».
Αποτελεί την επανάκαμψη από την «αντικειμενικότητα», που κωδικοποίησαν οι Προσωκρατικοί μέσω των κατηγοριών «είναι-γίγνεσθαι», στην «υποκειμενικότητα» που προώθησαν οι Σοφιστές και ιδίως ο Πρωταγόρας με την απόφανσή του: «πάντων χρημάτων μέτρον εστίν άνθρωπος».
Επρόκειτο για τη συσχέτιση «κάθε αντικειμενικού» με τη συνείδηση του ανθρώπου, ευνοώντας έτσι το «Απόλυτο» να μορφοποιηθεί -ιδίως μέσα από το εγχείρημα του Σωκράτη- ως «σκεπτόμενη υποκειμενικότητα» (1823-1826).
Προφανώς η «εποχή του ελληνικού Διαφωτισμού», όπως ονόμασε ο W. Windelband τη Σοφιστική, γνώρισε μετά τον Hegel και τον Marx μια τεράστια βιβλιογραφική συγκομιδή που κυρίως συνέβαλε στο να αρθεί η «γενική κατακραυγή» εναντίον της. Επιπλέον δόθηκε η ευκαιρία η επαναβεβαίωση της «υποκειμενικότητας», που δεν έχει καμία σχέση με την ιδιώτευση, να ωθεί τη «δημιουργία», ώστε να εκτυλίσσεται ως εναλλακτική πρόταση του αδιαμόρφωτου κοινωνικού απέναντι στο μονοσήμαντο πολιτικό πεδίο. Η ανθρωπολογία που υποβαστάζει μια τέτοια πρακτική δεν απομακρύνεται από τη θέση του Πρωταγόρα (βλ. το βιβλίο μου« Φιλοσοφείον. Ενας θεσμός χειραφέτησης;», 2001: 105-114 και «Ουτοπία και ιστορία», 1979:87/88).
Τέλος, δεν μπορώ να παραλείψω τους στίχους από την Αγχιβασίη (1998:75) με τίτλο: «Αττικός πάροικος» και με σωκρατική αφετηρία από το πειραχτήρι με το φθαρμένο πανωφόρι ή «τρίβωνα»:
Αβδηρίτης πρώτης γενιάς
ήταν αυτός που κορόιδευε
τους Αθηναίους στη γλώσσα τους:
πάντων χρημάτων μέτρον άνθρωπος…
Στην ίδια αγορά κινήθηκε και ο Σωκράτης χωρίς να καταντάει αγοραίος, με γεμάτα τα πιθάρια του της «τέχνης του βίου» (βλ. τα Πρακτικά του συνεδρίου: Ξανά για τον Σωκράτη [2004], που οργάνωσε ο Τομέας Φιλοσοφίας του Παν/μίου Ιωαννίνων).
* ομότιμος καθηγητής Κοινωνικής και Πολιτικής Φιλοσοφίας στο Παν/μιο Ιωαννίνων
