Υπάρχουν εποχές που η Ιστορία προχωράει με άλματα. Aλλά υπάρχουν και εποχές που προχωρά με «μικρές» πράξεις που σκάβουν σαν το καζαντζακικό μυρμηγκάκι τον θεόρατο βράχο μιας ιστορικής δομής, γινόμενες άλματα αόρατα οι ίδιες. Στις 17 Μαΐου του 1954 το Ανώτατο Ομοσπονδιακό Δικαστήριο των ΗΠΑ, έπειτα από αίτημα που υπέβαλε ο Thurgood Marshall, ο πρώτος μαύρος που υποστήριξε υπόθεση στο Ανώτατο Δικαστήριο, διακήρυξε ομόφωνα πως ο διαχωρισμός των σχολείων αποκλειστικά με βάση τη φυλή στερεί από τα μαύρα παιδιά ίσες ευκαιρίες στην εκπαίδευση.
Το αίτημα δεν ήταν προσωπικό όμως. Και δεν ήρθε από το πουθενά. Ηταν προπομπός και παιδί ταυτόχρονα του κινήματος των πολιτικών δικαιωμάτων, καθώς το κράτος των λευκών αντιμετώπιζε μινιμαλιστικά τα δικαιώματα των μαύρων συνανθρώπων τους (και προφανώς όχι ακριβώς συμπολιτών τους):
Το αίτημα για ίση πρόσβαση παντού ήταν παιδί μιας ολόκληρης γενιάς Αφροαμερικανών που μόνο γιατί προσπάθησαν να εγγραφούν στους εκλογικούς καταλόγους (ώστε να ’χουν δικαίωμα ψήφου απέναντι σε μια συμπαγή, ολοκληρωτική εξουσία που κρυβόταν πίσω από όμορφους λόγους ελευθερίας και δικαιοσύνης), λοιδορήθηκαν, λασπώθηκαν, γραφικοποιήθηκαν, εκδιώχτηκαν από τα μικρά αγροκτήματά τους, πυροβολήθηκαν, κακοποιήθηκαν από την αστυνομία, φυλακίστηκαν, αλλά οι πιο επίμονοι από αυτούς, όπως και πολλοί άλλοι από το είδος των επίμονων μες στους αιώνες, δεν παραδόθηκαν ποτέ.
Σήμερα που οι εκπαιδευτικές ανισότητες, η ίδια η καταρράκωση της παιδείας, στον πλανήτη μα και στην ήπειρό μας είναι σημάδια ενός μινιμαλιστικού κράτους που διαμορφώνεται στον καιρό του νεοφιλελευθερισμού για όλους πια τους πολίτες, πέρα από χρώμα, όπου γης, αξίζει να θυμόμαστε τέτοιες ημερομηνίες.
Εάν το κράτος αυτό κρατά για τον εαυτό του μονάχα το δικαίωμα της καταστολής κι εκχωρεί αργά μα σταθερά όλα τα, ανταποδοτικά άλλοτε, δικαιώματα των πολιτών του σε έναν νεφελώδη χώρο ιδιωτών ή στο κενό, εάν αρνείται να δει πως σε όλο τον πλανήτη η πρόσβαση, και όμως παρά τις νέες τεχνολογίες, γίνεται όλο και πιο δύσκολη και η σχολική διαρροή όλο και πιο μεγάλη (στην περίπτωση της Ελλάδας, και σύμφωνα με έρευνα του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου, ξεπερνούσε -πριν μάλιστα από την ουσιαστική έλευση της κρίσης- το 7%, ενώ σε μη προνομιούχες γεωγραφικές ή ταξικές περιοχές εκτοξευόταν κοντά στο 11%, βλ. 7ο επιστημονικό συνέδριο της ΟΛΜΕ), τότε ο σπόρος της απάντησης δεν μπορεί παρά να διαφυλάσσεται στη Μνήμη και την Ιστορική Τιμή. «Η θέλησή μας να θυμόμαστε είναι η θέλησή μας ν’ αλλάξουμε τον κόσμο», όπως επισήμανε η Αμερικανίδα πανεπιστημιακός Τζόαν Νεστλ.
Αλλά αξίζει να θυμόμαστε τέτοιες «ιστορίες» και για έναν ακόμη λόγο. Σε έναν κόσμο που τα εντυπωσιακά πολιτικά συνθήματα κρύβουν συνήθως ανθρώπους λιγότερο «εντυπωσιακούς», το κίνημα των πολιτικών δικαιωμάτων, όπως και άλλα κινήματα βάσης διαμορφώθηκαν και διαμόρφωσαν από ανθρώπους που έβαλαν τα σώματά τους μπροστά στηριγμένοι στο ακριβό βίωμα (σε αυτό που ο μαρξισμός αποκαλούσε δίκαια μεν, κλειστοφοβικά δε «ταξικό») που όταν κι αν πέσει σε καλλιεργημένο χωράφι, θέτει διαρκώς μέσα σου τις πιο βαθιές ερωτήσεις. Κι εκείνο το αίτημα της αξιοπρέπειας που ακόμη κι αν πέσεις θα σε κρατήσει άνθρωπο.
Η Μνήμη τους έτσι είναι παρακαταθήκη για να πάρουμε κάποτε τη συνείδηση και τους τόκους των πράξεών μας στα δικά μας χέρια, κι ας πρέπει να αναμετρηθούμε όχι μόνο με μια όλο και πιο πρόστυχη εξουσία μα και με τα συμπαγή κουτάκια των φιλάρεσκων και των φανατικών. Μια από τις πρωτοπόρους αυτού του κινήματος, μια «αμόρφωτη» μαύρη ακτιβίστρια, η Φάνι Λου Χάμερ, έδωσε μάλιστα από καρδιάς έναν από τους εξοχότερους ορισμούς για την ελευθερία και τη δικαιοσύνη που δόθηκαν ποτέ: «Είναι εκεί που δεν πρόκειται να φτάσουμε ποτέ, εκτός αν φτάσουμε όλοι μαζί». Και είχε δίκιο.
