Η αναστολή της απεργίας των δημοσιογραφικών ενώσεων πριν την ώρα της αποτελεί ασφαλώς υποχώρηση. Οφείλουμε να το παραδεχτούμε όσο κι αν το ονομάζει η ανακοίνωση της ΠΟΕΣΥ «συνέχιση του αγώνα» με άλλη «μορφή». Αλλά θα ήταν ακόμα μεγαλύτερη υποχώρηση αν συνεχίζαμε χωρίς να αντιλαμβανόμαστε ότι ο αγώνας είχε ήδη υπονομευτεί από τα εγγενή προβλήματα του κλάδου. Με την πικρή γεύση της ήττας στα χείλη, πρέπει να σκεφτούμε τι πήγε στραβά σ’ αυτόν τον αγώνα.
■ Το σπάσιμο της απεργίας, που απειλήθηκε τη Δευτέρα το βράδυ και πραγματοποιήθηκε χτες το μεσημέρι, στηρίχτηκε στον προπαγανδιστικό μύθο ότι τάχα η κυβέρνηση επιδιώκει μ’ αυτόν τον τρόπο το «φίμωμα» του Τύπου. Με κατάλληλες κινήσεις, που θα εξασφάλιζαν τη συνέχιση της ενημέρωσης εντός της απεργίας, ο μύθος θα είχε καταρρεύσει.
■ Κανείς δεν αντιλήφθηκε αν η απεργία στρέφεται μόνο εναντίον της κυβέρνησης ή και εναντίον των εργοδοτών των μέσων, εφόσον ο επιδιωκόμενος στόχος δεν ήταν σαφής. Και έτσι μπορούσε καθένας να σπεκουλάρει, ανάλογα με τη δική του σκοπιμότητα.
■ Οταν ζητήθηκε η συμμετοχή των μελών των ενώσεων στην περιφρούρηση της απεργίας ήταν αργά. Οχι μόνο επειδή είχε προηγηθεί η λανθασμένη διαβεβαίωση ότι δεν κινδυνεύουμε από απεργοσπάστες, αλλά κυρίως επειδή δεν είχαν δρομολογηθεί κανενός είδους συλλογικές διαδικασίες με τις οποίες θα εξασφαλιζόταν στοιχειωδώς μαζική συμμετοχή στις κινητοποιήσεις.
■ Ο τρόπος που περάσαμε από τη διήμερη απεργία της περασμένης βδομάδας (Πέμπτη-Παρασκευή) στη συνέχισή της (από το ξημέρωμα της Κυριακής) ήταν κομμένος και ραμμένος στα μέτρα των μεγαλοεκδοτών, οι οποίοι επιθυμούσαν απλώς την έκδοση των κυριακάτικων φύλλων, ενώ αδιαφορούν για τα καθημερινά. Οπως έχουμε διαπιστώσει σε πολλές άλλες απεργιακές κινητοποιήσεις, με μεγάλη χαρά δέχονται οι επιχειρηματίες αυτοί απεργίες στα καθημερινά φύλλα, κάτι που τους δίνει τη δυνατότητα να παρακρατούν τα μεροκάματα των εργαζομένων, ενώ γλιτώνουν και τα έξοδα έκδοσης των ούτως ή άλλως ζημιογόνων φύλλων τους.
■ Στην πραγματικότητα το βάρος της απεργίας σήκωσαν τα καθημερινά φύλλα που δεν διαθέτουν κυριακάτικο φύλλο στήριξης, όπως η «Εφ.Συν.». Τα κυριακάτικα ξεπούλησαν, οι τηλεοράσεις συνέχισαν να έχουν πρόγραμμα και φυσικά διαφημίσεις, ενώ οι ειδησεογραφικοί ιστότοποι έσπασαν την απεργία με τη δικαιολογία ότι δεν αναγνωρίζουν οι ενώσεις τα «μπλοκάκια», παρά το γεγονός ότι αυτοί οι ιστότοποι ανήκουν σε μεγαλοδημοσιογράφους και μεγαλοεπιχειρηματίες.
Ως προς τη συμμετοχή της «Εφ.Συν.» στις κινητοποιήσεις του κλάδου, είναι φυσικά αυτονόητη, ακόμα και όταν διατηρούμε επιφυλάξεις για συγκεκριμένες μορφές αγώνα ή διακρίνουμε μια άνιση αντιμετώπιση σε σχέση με τους «ισχυρούς» της κυριακάτικης αγοράς.
Τηρούμε με θρησκευτική ευλάβεια τις αποφάσεις των συλλογικών μας οργάνων και μάλιστα δεν αφαιρούμε τα μεροκάματα των ημερών απεργίας. Πάει πολύ λοιπόν να μας εγκαλούν άνθρωποι όπως ο διευθυντής του «Βήματος» ή άλλα στελέχη του Συγκροτήματος, τα οποία βέβαια μ’ αυτόν τον τρόπο απλώς γελοιοποιούνται.
