Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Παλαιότερα, στην πολύπαθη χώρα μας, η εθνικοφροσύνη ισοδυναμούσε με τον αντικομμουνισμό, ενώ για πολλούς είχε καταστεί και «επάγγελμα». Σήμερα, η «εθνικοφροσύνη» βρίσκει άλλους τρόπους να εκφραστεί, ιδιαίτερα από την πλευρά των κάθε λογής ακροδεξιών και ναζιστών.

Ετσι, «εθνικόφρων» σήμερα είναι όποιος τάσσεται εναντίον της ενοποίησης της Ευρώπης ή ακόμα και εναντίον της «καταραμένης» παγκοσμιοποίησης, πίσω από την οποία, κατά τους ακροδεξιούς, βρίσκεται ο «αμερικανοσιωνισμός».

Ο σημερινός «εθνικόφρων» οφείλει να πολεμάει κάθε σκέψη συνεργασίας με τη γείτονα Τουρκία για οποιοδήποτε θέμα, να καταγγέλλει το γεγονός ότι στο πλαίσιο της αντιμετώπισης του προσφυγικού-μεταναστευτικού η κυβέρνηση επιτρέπει την άφιξη στα νησιά του Αιγαίου Τούρκων παρατηρητών. Με την ίδια λογική, οι εκατοντάδες χιλιάδες Τούρκοι πολίτες που έρχονται στα νησιά μας ως τουρίστες, ενισχύοντας την οικονομία τους, θα πρέπει να χαρακτηρίζονται άτομα μειωμένης τουρκικής εθνικοφροσύνης.

Αλλη μορφή «εθνικοφροσύνης» είναι να προτείνει κανείς το κλείσιμο των συνόρων της Ελλάδας στο Αιγαίο για την αποτροπή εισόδου των προσφύγων και των μεταναστών, που ούτε λίγο-ούτε πολύ χαρακτηρίζονται «εισβολείς» και υποψήφιοι τρομοκράτες.

Οι χρυσαυγίτες και άλλοι ακροδεξιοί επιμένουν ότι «Ελληνας γεννιέσαι, δεν γίνεσαι», παρότι στη διαδρομή του σύγχρονου ελληνικού κράτους που προέκυψε από την Επανάσταση του 1821, πολλοί μη Ελληνες όχι μόνο απέκτησαν επάξια την ελληνική ιθαγένεια, αλλά και πρωταγωνίστησαν στους εθνικούς μας αγώνες.

Για παράδειγμα, ο λόρδος Βύρων, που θεωρείται εθνικός ήρωας της Ελλάδας, υπήρξε Βρετανός και μάλιστα αριστοκράτης, στον οποίο δόθηκε τιμητικά η ελληνική ιθαγένεια και μία από τις σύγχρονες πόλεις μας στην Αττική, ο Δήμος Βύρωνα, έχει πάρει το όνομά του.

Η Επανάσταση του 1821, ιδιαίτερα η Φιλική Εταιρεία και ο Ρήγας Βελεστινλής, είχε πρωτεργάτες που εμπνέονταν από τις ιδέες της Γαλλικής Επανάστασης. Το Σύνταγμα που είχε εγκρίνει η Εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου, το 1822, προέβλεπε την προστασία και των προσφύγων, λέγοντας ότι κάθε πρόσφυγας θα ήταν «από τον Δεσπότην αυτού ακαταζήτητος», «άμα πατήσας» σε ελληνικό έδαφος.

Και το Σύνταγμα που είχε προτείνει ο Ρήγας Βελεστινλής προέβλεπε την πλήρη θρησκευτική ελευθερία στο ελληνικό κράτος, καθώς και τη συνύπαρξη Ελλήνων, Τούρκων και άλλων Βαλκάνιων. Σήμερα, οι δήθεν εθνικόφρονες, μεταξύ των οποίων και κληρικοί, αρνούμενοι ακόμα και την ευαγγελική ρήση «ουκ ένι άρσεν και θήλυ, Ιουδαίος ή Ελλην», κηρύσσουν το μίσος εναντίον γειτονικών λαών.

Η ιδέα της διαβαλκανικής αλληλεγγύης και συνεργασίας, που θα ήταν χρησιμότατη και για το προσφυγικό-μεταναστευτικό, τους είναι εντελώς ξένη, αν όχι εχθρική. Οι ιδέες της βαλκανικής συνανάπτυξης και κοινής ασφάλειας στα Βαλκάνια -οι οποίες πρέπει πιο συχνά να αναφέρονται και από τους κυβερνώντες- θεωρούνται άρνηση της «εθνικά αυτοδύναμης ανάπτυξης», αντίληψη που παραπέμπει σε προηγούμενους αιώνες.

Για να μην πει κανείς ότι τάσσομαι κατά της εθνικής στρατηγικής, υπενθυμίζω ότι πολλές φορές έχω υποστηρίξει τη θέση ότι η Ελλάδα πρέπει να είναι διεκδικητική εντός της Ε.Ε. υπέρ των εθνικών της θεμάτων. Από την άλλη, με τα σημερινά γεωπολιτικά δεδομένα, για την Ελλάδα του 21ου αιώνα δεν υπάρχει άλλη εθνική στρατηγική από εκείνη της ειρήνης και της ισότιμης διεθνούς συνεργασίας.

Καλό θα ήταν να ενστερνιστούμε τη θέση «η ισχύς εν τη ειρήνη», διότι η ισχύς στον σημερινό κόσμο δεν μπορεί να είναι μόνο στρατιωτική, αλλά η συνισταμένη πολλών παραγόντων, μεταξύ των οποίων και η κοινωνική συνοχή.

Ευτυχώς, ο ελληνικός λαός είναι σήμερα σοφότερος, διότι έχει πικρή πείρα από το αλόγιστο κυνήγι της στρατιωτικής ισορροπίας μεταξύ της Ελλάδας και της Τουρκίας, το οποίο όχι μόνο δεν υπηρέτησε την εθνική ασφάλεια της χώρας μας, αλλά και την υπερχρέωσε.

Κανείς σήμερα δεν αγνοεί ότι οι πολυδάπανοι εξοπλισμοί δεν ωφέλησαν τη χώρα μας, αλλά αξιοποιήθηκαν προς όφελος συγκεκριμένων προσώπων και εταιρειών προμήθειας και εμπορίας όπλων, εντός και εκτός Ελλάδας.

Συνιστώ λοιπόν στους «εθνικόφρονες» να αφήσουν τα μαθήματα πατριωτισμού προς την κυβέρνηση, πολύ περισσότερο οι πολιτικοί επίγονοι της προδοτικής φασιστικής χούντας του 1967-1974.