Η περίοδος των έξι εβδομάδων που μεσολάβησαν από τη μάλλον απρόβλεπτη ανάδειξη του Κυριάκου Μητσοτάκη στην ηγεσία της Νέας Δημοκρατίας έως σήμερα είναι ένα διάστημα μικρό προκειμένου να προβλεφθεί η επίδραση του παράγοντα της συγκεκριμένης ηγεσίας στην εκλογική απήχηση του κόμματος.
Είναι όμως επαρκές για την ενδελεχή μελέτη της πορείας του νέου ηγέτη από τη θέση ενός εκ των αδύναμων, πλην όμως φιλόδοξων, διεκδικητών της αρχηγίας στην επικράτηση.
Στην ουσιαστική εκκίνηση της κούρσας διαδοχής του Αντώνη Σαμαρά, την επομένη της εκλογικής ήττας της Ν.Δ. τον Ιανουάριο του 2015, ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν ήταν παρά μια διακριτή δυνητική υποψηφιότητα, η οποία ωστόσο υστερούσε σημαντικά προσώπων όπως ο Νίκος Δένδιας ή παλαιότεροι διεκδικητές της ηγεσίας και, φυσικά, ο πρώην πρόεδρος Κώστας Καραμανλής.
Ενα ζευγάρι πρωτότυπων ερωτημάτων έρευνας της Μονάδας Ερευνών Κοινής Γνώμης του Πανεπιστημίου Μακεδονίας αποκαλύπτει ότι το όνομα του Κυριάκου Μητσοτάκη ήταν αρνητικά φορτισμένο στην κοινή γνώμη τον Απρίλιο του 2015.
Στα κριτήρια της εγγύτητας και της εμπιστοσύνης, ο κ. Μητσοτάκης λάμβανε τη συγκριτικά χαμηλότερη βαθμολογία, καθώς το 26% της κοινής γνώμης τον επέλεγε ως τον πολιτικό που «αν μιλούσαμε, δεν θα μπορούσε να με καταλάβει» και το 27% τον επέλεγε ως εκείνο στον οποίο ο ερωτώμενος «δεν θα δάνειζε ποτέ χρήματα».
Η σύγκριση των επιδόσεων αυτών με τις αντίστοιχες του Αλέξη Τσίπρα, τον Απρίλιο του 2015, είναι συντριπτική, όμως ο Κυριάκος Μητσοτάκης εμφάνιζε σαφώς χαμηλότερη απήχηση και μεταξύ των δυνητικών ανταγωνιστών του.
Η εικόνα του δεν είχε αλλάξει σημαντικά ούτε στην αρχή της προεκλογικής περιόδου του Σεπτεμβρίου 2015. Ερευνα της εταιρείας Prorata στα τέλη Αυγούστου 2015 φανερώνει ότι ο κ. Μητσοτάκης συγκέντρωνε χαμηλότερα ποσοστά επιλογών ψηφοφόρων της Ν.Δ. στο ερώτημα της ικανότητας διατήρησης της ενότητας του κόμματος (31%), αλλά και της αποτελεσματικότητας του κυβερνητικού έργου του (23%) σε σύγκριση με τουλάχιστον τρεις από τους υπόλοιπους δυνητικούς διεκδικητές της ηγεσίας (Μπακογιάννη, Αβραμόπουλος, Δένδιας και, στο πρώτο κριτήριο, Μεϊμαράκης).
Το πλέον αποθαρρυντικό εύρημα εκείνης της έρευνας για τον κ. Μητσοτάκη ήταν ότι αυτός συγκέντρωνε το υψηλότερο ποσοστό επιλογών στο ερώτημα που αφορούσε την (αρνητική) ιδιότητα της στήριξης από οικονομικά συμφέροντα (21%).
Πότε και πώς ανατράπηκε η εικόνα αυτή για τον σημερινό αρχηγό; Προφανώς, η ανακοίνωση συγκεκριμένων υποψηφιοτήτων για την εσωκομματική μάχη την επομένη της εκλογικής ήττας του Σεπτεμβρίου άλλαξε μερικώς τα δεδομένα, καθώς οι παλαιότεροι διεκδικητές της ηγεσίας, αλλά και ο προβαλλόμενος ως φιλόδοξος διεκδικητής κ. Δένδιας δεν θα στέκονταν απέναντι στον Κυριάκο Μητσοτάκη.
Ωστόσο, οι μετρήσεις της εταιρείας Prorata κατέγραψαν αρχικά τον τελικό νικητή να υστερεί τόσο του κ. Μεϊμαράκη όσο και του κ. Τζιτζικώστα.
Ο πρώτος υπερείχε με σαφήνεια στο σημαντικό κριτήριο της διατήρησης της ενότητας και ο δεύτερος πέτυχε, αρχικά, να ταυτιστεί με το ασθενέστερο, αλλά υπαρκτό, αίτημα ανανέωσης της εικόνας του κόμματος.
Η μελέτη της χρονικής εξέλιξης των ποσοστών δημοτικότητας και αποδοχής των υποψηφίων δείχνει ότι η άνοδος του κ. Μητσοτάκη στη δεύτερη θέση σημειώθηκε στο διάστημα που μεσολάβησε από την αναβολή των εκλογών της 22ας Νοεμβρίου έως τον πρώτο γύρο της 20ής Δεκεμβρίου, ενώ η νίκη του στον δεύτερο γύρο δεν είχε ανιχνευθεί παρά μόνο τις τελευταίες ελάχιστες ημέρες πριν από τη 10η Ιανουαρίου.
Οι ερμηνείες των δύο, ουσιαστικά, ανατροπών στην πορεία του Κυριάκου Μητσοτάκη προς την ηγεσία δεν μπορούν παρά να είναι πολυπαραγοντικές. Μεταξύ των πολλών παραγόντων, ξεχωρίζουν η καθαρότητα και η συνοχή των θέσεών του γύρω από τον πόλο του κοινωνικού και, δευτερευόντως, οικονομικού φιλελευθερισμού, η οποία και τον έκανε ελκυστικό σε μια μειοψηφική, αλλά δυναμική, μερίδα ψηφοφόρων της Ν.Δ., αλλά και σε ένα σημαντικό τμήμα ψηφοφόρων του Ποταμιού και του ΠΑΣΟΚ.
Ως προς το τελευταίο, είναι χαρακτηριστικό ότι ήδη από τον Φεβρουάριο του 2015, σχεδόν το 1/3 των ψηφοφόρων του ΠΑΣΟΚ και το 1/5 των ψηφοφόρων του Ποταμιού δήλωναν ότι είναι αρκετά έως πολύ πιθανό να επιλέξουν τη Ν.Δ. εάν στην ηγεσία της βρεθεί ο Κυριάκος Μητσοτάκης, ενώ και οι καταγραφείσες μετά τις 10 Ιανουαρίου μετατοπίσεις ψήφου από τα δύο κόμματα προς της Ν.Δ. επιβεβαιώνουν την ευρύτητα αποδοχής των θέσεων του κ. Μητσοτάκη στον κεντρώο χώρο.
Η συνοχή του λόγου του κινητοποίησε επιτυχώς τον απαιτούμενο όγκο εκλογέων, με αποτέλεσμα την ανατροπή του πρώτου γύρου των εκλογών σε βάρος της μάλλον δυσδιάκριτης υποψηφιότητας του Απόστολου Τζιτζικώστα.
Η ερμηνεία της επικράτησης του Κυριάκου Μητσοτάκη στον δεύτερο γύρο είναι πιο δύσκολη, καθώς το κριτήριο της διατήρησης της ενότητας του κόμματος –στο οποίο ο έτερος υποψήφιος κυριαρχούσε απολύτως– συνέχιζε να επιλέγεται ως το κεντρικό διακύβευμα (40% των ψηφοφόρων της Ν.Δ. έναντι μόλις 25% αυτών που επέλεγαν την αποτελεσματική εφαρμογή των μεταρρυθμίσεων, σύμφωνα με έρευνα της Prorata στις 6 Ιανουαρίου).
Πέρα από αιτιολογήσεις της νίκης που εστιάζουν στην ενεργοποίηση υπέρ του Κυριάκου Μητσοτάκη εσωκομματικών μηχανισμών που ελέγχονται από πρώην αρχηγούς ή έτερους υποψηφίους του πρώτου γύρου, θα πρέπει σίγουρα να ληφθεί υπόψη η δυναμική που προκάλεσε η έκπληξη του πρώτου γύρου.
Σε μια εκλογική αναμέτρηση, μια απροσδόκητη εξέλιξη μπορεί να έχει ανεξέλεγκτο αντίκτυπο υπέρ ή κατά ενός εκ των αντιπάλων, εξαιτίας του ελάχιστου χρόνου αντίδρασης των βαλλόμενων μερών, αλλά και της πολλαπλασιαστικής επίδρασης των εκπλήξεων σε ένα ψυχολογικά ευάλωτο εκλογικό ακροατήριο.
Η ανατροπή έχει πάντα μεγαλύτερο ενδιαφέρον για ένα κοινό που καλείται στις κάλπες με τη συχνότητα αγώνων «ντέρμπι» ενός ποδοσφαιρικού πρωταθλήματος.
* επίκουρος καθηγητής Πανεπιστημίου Μακεδονίας
