Σοφία Πατούρα*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Η πρόσφατη ακραία λεκτική αποστροφή του Γερμανού υπουργού Οικονομικών με αποδέκτη τον Ελληνα πρωθυπουργό (και συλλήβδην τους Ελληνες πολίτες) αναδεικνύει με απροκάλυπτο πλέον τρόπο το ιδεολογικό υπόβαθρο και τις προθέσεις της Γερμανίας.

Ο Σόιμπλε, βέβαια, δεν αποτελεί ξεχωριστή και ιδιόμορφη περίπτωση. Αντίθετα, στο πλαίσιο της δυσμενούς σημερινής ελληνικής και ευρωπαϊκής συγκυρίας, αναδεικνύεται ως ο άριστος εκφραστής μιας βαθιά ριζωμένης πολιτικής κουλτούρας. Εκπροσωπεί τη μακρά παράδοση της ηγεμονικής ιδεολογίας και της σκληρής πρακτικής που άσκησε η Γερμανία και στο παρελθόν, η οποία για τα καθ’ ημάς ανάγεται στα τέλη του 19ου αιώνα.

Η προσπάθεια της ισχυρής Γερμανίας να ελέγξει οικονομικά και πολιτικά την Ελλάδα δεν είναι σημερινή υπόθεση. Είναι γνωστή η στάση των Γερμανών ομολογιούχων, του Γερμανικού Βασιλείου και του ίδιου του Κάιζερ Γουλιέλμου Β’ έναντι της Ελλάδας μετά τη χρεοκοπία του 1893.

Η σκληρότητα, η αδιαλλαξία και οι ωμοί εκβιασμοί των Γερμανών εκπροσώπων στις διαπραγματεύσεις για τη διευθέτηση του ελληνικού χρέους έχουν αποτυπωθεί με χαρακτηριστικό τρόπο από τους σκιτσογράφους της εποχής, κυρίως στις σατιρικές εφημερίδες «Σκριπτ» και «Νέος Αριστοφάνης». Η απεικόνιση του Γερμανού, πλάι στους άλλους Ευρωπαίους εκπροσώπους -η εικόνα των δεύτερων διαφοροποιείται ανάλογα με τη συγκυρία-, αποπνέει πάντοτε μια βλοσυρότητα και παραμένει αδιαφοροποίητα στερεοτυπική με τα χαρακτηριστικά του δυνάστη, του καταπιεστή, του εκβιαστή, του άδικου.

Δεν θα σταθώ στα γεγονότα της εποχής και στην οδυνηρή για το νεόκοπο ελληνικό κράτος κατάληξή τους με την επιβολή του Διεθνούς Οικονομικού Ελέγχου το 1898. Θέλω απλά να προσθέσω κάποιες νέες μαρτυρίες, άγνωστες έως σήμερα στη σχετική ιστοριογραφία. Οι πληροφορίες μου προέρχονται από ανέκδοτες επιστολές υψηλού Γερμανού κρατικού αξιωματούχου, λογίου και φιλέλληνα, προς έναν Ελληνα λόγιο και δημοσιογράφο της εποχής.

Θα αναφερθώ σε μια ξεχωριστή περίπτωση, η οποία καταδεικνύει τον παλαιόθεν εδραιωμένο στη συνείδηση των Γερμανών ψυχρό ορθολογισμό και τις βαθιές ρίζες του σημερινού πολιτικού κυνισμού του κ. Σόιμπλε. Πρόκειται για τον Εντουαρντ Ενγκελ, διάσημο γλωσσολόγο, ελληνιστή και φιλόλογο, καθηγητή στο Πανεπιστήμιο του Βερολίνου και επικεφαλής της Υπηρεσίας Τύπου του Γερμανικού Βασιλείου κατά την τελευταία δεκαετία του 19ου αιώνα.

Από το περιεχόμενο των πέντε πρώτων επιστολών του (1886-1889) προκύπτει αβίαστα το συμπέρασμα ότι ο Ενγκελ υπήρξε θαυμαστής και λάτρης της αρχαίας ελληνικής κληρονομιάς -υλικής και πνευματικής- αλλά και άριστος γνώστης της ελληνικής πραγματικότητας της εποχής εκείνης. Το 1886 επισκέφθηκε και περιηγήθηκε την ελεύθερη τότε Ελλάδα προκειμένου, παράλληλα με την καταγραφή των αρχαίων καταλοίπων, να αποτυπώσει και τη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα.

Προϊόν της περιήγησής του υπήρξε το βιβλίο του Εαριναί Ελληνικαί Ημέραι (άγνωστο στην ελληνική ταξιδιωτική βιβλιογραφία), στο οποίο πράγματι καταγράφει με χιούμορ και ευαισθησία τα μεγάλα τρέχοντα πολιτικά, οικονομικά και κοινωνικά προβλήματα της Ελλάδας. Σε επιστολή του 1887 επεξηγεί: «Το βιβλίον μου δεν το ήθελα να ήτο μία φωτογραφία της περιηγήσεώς μου αλλά μία ζωγραφία, -όπως ο Goethe ελάλησε την αυτοβιογραφίαν του: Αλήθεια και ποίησις!- Ηθελα να δείξω στους Γερμανούς πώς [εγώ] έβλεπον τους Ελληνας με τα μάτια της ψυχής, όχι μόνον με τα της κεφαλής».

Ενθουσιασμένος και ευαισθητοποιημένος από την περιήγησή του στην Ελλάδα, στέλνει θερμή επιστολή στον φίλο του και τον ενημερώνει για την έμπρακτη πλέον αγάπη του για την Ελλάδα: «Εχω γράψει πολλά άρθρα περί της Ελλάδος διά τας γερμανικάς εφημερίδας. Σας στέλνω μόνον ένα ‘‘περί της δημοσίας ασφαλείας εις την Ελλάδα’’, δημοσιευθέν εις περισσότερον από είκοσι εφημερίδας γερμανικάς και άλλας. Τοιουτοτρόπως ελπίζω ότι η γνώμη των ξένων περί ‘‘των ληστών της Ελλάδος’’ θ’ αλλάξη».

Την τελευταία επιστολή του, έπειτα από σιωπή έξι περίπου ετών, απέστειλε ο Ενγκελ στον Ελληνα φίλο του το 1896, τρία χρόνια μετά τη χρεοκοπία της Ελλάδας. Στην επιστολή αυτή η μεταστροφή του Γερμανού λογίου είναι σχεδόν καθολική: στην προσφώνηση, στο ύφος, στο περιεχόμενο. Δεν θυμίζει σε τίποτα τον θαυμασμό, την ευαισθησία, τις αναμνήσεις και τη νοσταλγία για επιστροφή στην Ελλάδα που είχε διατυπώσει στις προηγούμενες επιστολές του.

Εδώ, εκφράζοντας την επίσημη γερμανική θέση απέναντι στους χρεοκοπημένους Ελληνες, αποκαλύπτει πλήρως το πρόσωπο του σκληρού Γερμανού κρατικού αξιωματούχου που τώρα πια «βλέπει μόνο με τα μάτια της κεφαλής». Με ύφος αυστηρό, απαντώντας μάλλον σε ερώτηση-διαμαρτυρία του Ελληνα αλληλογράφου του για τη στάση της Γερμανίας στο κρητικό ζήτημα, ξεκαθαρίζει τα πράγματα με τα παρακάτω σκληρά λόγια: «Ακουσε, φίλε· αν η Κυβέρνησις της Ελλάδος δεν θα ήτο τόσον άτιμος μετά των δανειστών της, αν δεν έχανε όλας τας συμπαθείας της Ευρώπης, η Κρήτη θα ήτο τώρα γη ελευθέρα!

Είνε η Κυβέρνησις άτιμος που αύθις διά της ατιμίας της, δίνει τους Κρήτας στα χέρια των Τουρκικών βαρβάρων. Εως πότε!» Αναμφίβολα ο Ενγκελ συνδέει ευθέως το πρόβλημα του ελληνικού χρέους με το κρητικό ζήτημα. Και τότε, λοιπόν, όπως και σήμερα η διευθέτηση του ελληνικού χρέους γίνεται αντικείμενο ωμών εκβιασμών. Τότε με τα μεγάλα εθνικά θέματα που βρίσκονταν σε εκκρεμότητα και την εκχώρηση της εθνικής κυριαρχίας, σήμερα με το προσφυγικό και τη διαρκώς εντεινόμενη οικονομική ασφυξία.

Εχοντας υπόψη τη συγκεκριμένη περίπτωση πώς μπορεί κανείς να εκπλήσσεται από την αδιαλλαξία και τον κυνισμό του σκληρού τεχνοκράτη Σόιμπλε; Πολύ δε περισσότερο που στον κ. Σόιμπλε, τον οποίο είχαμε την ατυχία να γνωρίσουμε καλά στα πολλά χρόνια των μνημονίων, δεν διακρίναμε έως τώρα κάποια ίχνη, έστω, λογιοσύνης ή φιλελληνισμού.

* διευθύντριας ερευνών, Ινστιτούτο Ιστορικών Ερευνών, Εθνικό Ιδρυμα Ερευνών