Μπορεί σημαντικός αριθμός πολιτικών και διανοούμενων της κεντρικής Ευρώπης, όπως ο Μίλαν Κούντερα, ο Ούγγρος ιστορικός Jeno Szücs (1928–1988), ο Πολωνός ποιητής και πεζογράφος Τσέσλαβ Μίλος (Czesław Miłosz, 1911-2004), ο ποιητής, μυθιστοριογράφος, δοκιμιογράφος και μεταφραστής Άνταμ Ζαγκαγιέφσκι (Adam Zagajewski (1945- ), ο Ούγγρος μυθιστοριογράφος και δοκιμιογράφος Γκιόρκι Κόνραντ (György Konrad, 1933- ), και τόσοι άλλοι, να αναφέρθηκαν στην έννοια της «Κεντρικής Ευρώπης», αλλά το κεφάλαιο ετούτο της ιστορίας έχει τις ρίζες του πολύ πίσω.
Η έννοια της «Κεντρικής Ευρώπης» δεν δημιουργήθηκε τις επίμαχες δεκαετίες που έδρασαν οι παραπάνω, ακόμα κι αν φαινόταν τότε ως μια σχετικά «σύγχρονη» έννοια.
Είχε ήδη χρησιμοποιηθεί, κάπως αόριστα βέβαια, στην αυτοκρατορία των Αψβούργων στα μέσα του δέκατου ένατου αιώνα, σε συζητήσεις σχετικές με την ίδρυση μιας οικονομικής ένωσης η οποία θα αγκάλιαζε τις περιφέρειες από την Τεργέστη έως την Κοπεγχάγη, με την Αυστρία και την Πρωσία, ως κέντρο βάρους.
Ωστόσο, η ιδέα αυτή δεν έγινε ποτέ πραγματικότητα και η έννοια της Κεντρικής Ευρώπης δεν εμφανίστηκε ξανά μέχρι τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, όταν ο φιλελεύθερος Γερμανός πολιτικός Friedrich Naumann (1860-1919) δημοσίευσε την πολιτική εργασία του «Mitteleuropa», το 1915. Χρησιμοποίησε βεβαίως αυτόν τον όρο για να καλύψει τα εδάφη μεταξύ Δύσης και Ρωσίας, τα οποία βρίσκονταν υπό γερμανική πολιτιστική επιρροή.
Ο Naumann ήταν της γνώμης ότι μια Κεντρική Ευρώπη χωρισμένη σε έναν αριθμό κρατών-εθνών, δεν είχε καμία πιθανότητα επιβίωσης. Ήθελε να δημιουργήσει μια κοινή αγορά της περιοχής και ονειρευόταν η Κεντρική Ευρώπη να βρεθεί μια στιγμή ενωμένη σε κάποιο είδος συνομοσπονδίας, υπό γερμανικό βεβαίως έλεγχο, δεδομένου ότι ήταν το γερμανικό στοιχείο εκείνο που θα συγκρατούσε την περιοχή ενωμένη και αδιάσπαστη.
Ο Naumann, ωστόσο, αναγνώριζε ότι όλοι οι λαοί της Κεντρικής Ευρώπης στην μελλοντικά κυριαρχούμενη από τη Γερμανία Κεντρική Ευρώπη, θα διέθεταν το δικαίωμα στην πολιτισμική αυτονομία τους.
Ωστόσο, οι εν λόγω σλαβικοί λαοί της περιοχής οι εθνικισμοί των οποίων είχαν έρθει στην επιφάνεια το 19ο αιώνα, δεν αποδέχθηκαν αυτή την περίεργη ερμηνεία της έννοιας της Κεντρικής Ευρώπης, αφού είδαν τους Γερμανούς ως τους κύριους αντιπάλους με τις δικές τους ορατές και αόρατες και υφέρπουσες εθνικές επιδιώξεις.
Μετά την ήττα της Γερμανίας στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, οι πολιτικοί των νέων κρατών που δημιουργήθηκαν από τη Συνθήκη των Βερσαλλιών ήρθαν στο προσκήνιο της ιστορίας με καινούργια οράματα για την Κεντρική Ευρώπη. Ο πρόεδρος της Τσεχοσλοβακίας, Τόμας Μάζαρικ (Tomáš Masaryk, 1850-1937), και ο πρωθυπουργός της ίδιας χώρας, Μίλαν Χότζα (Milan Hodža, 1878 – 1944), την όρισαν ως μια περιοχή που αποτελείται από μικρά έθνη μεταξύ της Γερμανίας και της Ρωσίας.
Γι’ αυτούς τα μικρά έθνη, ήταν απαραίτητο να συνεργαστούν προκειμένου να αντιταχθούν στον επεκτατισμό των μεγάλων γειτόνων τους. Ο Τόμας Μάζαρικ ήταν πολιτικός, κοινωνιολόγος και φιλόσοφος, ο οποίος ήταν συνήγορος της τσεχοσλοβάκικης ανεξαρτησίας κατά τη διάρκεια του Πρώτου Παγκόσμιου Πολέμου και ο οποίος αργότερα έγινε ο πρώτος Πρόεδρος της Τσεχοσλοβακίας.
Έγινε καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Πράγας και πριν τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο φαινόταν ότι θα γινόταν πολιτικός ηγέτης. Υπήρξε μέλος του Αυστριακού Κοινοβουλίου και εκπρόσωπος των Σλάβων κατά τη διάρκεια της μοναρχίας των Αψβούργων. Το 1915, όμως, εγκατέλειψε την Αυστρία και ηγήθηκε του πολιτικού κινήματος για την ανεξαρτησία της Βοημίας και την ενοποίηση των Τσέχων και Σλοβάκων σε ενιαίο κράτος. Ήταν ο πρώτος πρόεδρος της Τσεχοσλοβακίας από το 1918 ως το 1935.
Ο Μίλαν Χότζα (1878 – 1944), με τη σειρά του, ήταν Σλοβάκος δημοσιογράφος και πολιτικός. Πρωθυπουργός της Τσεχοσλοβακίας από το 1935 έως το 1938 και για λίγες ημέρες τον Δεκέμβριο του 1935, και προσωρινός πρόεδρος της δημοκρατίας. Έμεινε στην ιστορία και για την προσπάθεια του να ενώσει τα κράτη της κεντρικής Ευρώπης σε μια ομοσπονδία.
Παρόμοιες σκέψεις, όμως, μπορούν να βρεθούν μετά το πέρας του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, κατά τα έτη 1918-1921 στην Πολωνία μεταξύ των ανθρώπων που αποτελούσαν τον περίγυρο του ηγέτη της Πολωνίας, Γιόζεφ Πιλσούντσκι (Józef Piłsudski, 1867 – 1935), ενός Πολωνού στρατιωτικού, ο οποίος υπήρξε ηγέτης της Δεύτερης Πολωνικής Δημοκρατίας. Ο τελευταίος ονειρευόταν τη δημιουργία μιας συνομοσπονδίας κρατών που βρίσκονταν μεταξύ Ρωσίας και Γερμανίας και θεωρούσε ότι η συνεργασία στον τομέα της πολιτικής άμυνας αποτελούσε επιτακτική ανάγκη για τα κράτη της Κεντρικής Ευρώπης. Φυσικά, ούτε οι Τσεχοσλοβάκοι, ούτε οι Πολωνοί πολιτικοί, είδαν τα όνειρά τους για μια ενοποιημένη Κεντρική Ευρώπη να γίνονται πραγματικότητα!
Μετά το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, η Κεντρική Ευρώπη απορροφήθηκε από την πολιτική σφαίρα της Σοβιετικής Ένωσης. Κάποιος θα σκεφτόταν φυσικότατα ότι δεν υπήρχε χώρος για συγκεκριμένο ευρωπαϊκό κεντρικό σχέδιο μέσα σε εκείνη την άκρως πολωμένη Ευρώπη. Ωστόσο, ορισμένοι διανοούμενοι της Κεντρικής Ευρώπης, δεν είχαν εγκαταλείψει ποτέ την ιδέα αυτή.
Ήδη από το 1946, ο Ούγγρος κοινωνιολόγος Istvan Bibo (Βουδαπέστη, 1911, – 1979) αρπάχτηκε από αυτό το θέμα και έγραψε για την κοινή ιστορία των Ευρωπαϊκών Κεντρικών Κρατών. Ήταν Ούγγρος δικηγόρος, πολιτικός και θεωρητικός.
Κατά τη διάρκεια της Ουγγρικής Επανάστασης ενήργησε ως υφυπουργός της ουγγρικής εθνικής κυβέρνησης. Όταν οι Σοβιετικοί εισέβαλαν για να συντρίψουν την επαναστατική κυβέρνηση, ήταν ο τελευταίος υπουργός ο οποίος άφησε στη θέση του στο κτίριο του Κοινοβουλίου της Ουγγαρίας, στη Βουδαπέστη.
Αντί να φύγει, έμεινε στο κτίριο και έγραψε την περίφημη προκήρυξή του, «Για την ελευθερία και την αλήθεια», καθώς περίμενε τη σύλληψή του. Ο Istvan Bibo συνελήφθη στις 23 Μαΐου 1957, καταδικάστηκε σε ισόβια κάθειρξη το 1958 αλλά απελευθερώθηκε με την αμνηστία, το 1963.
Οι Πολωνοί ιστορικοί που βρίσκονταν στην εξορία, όπως ο Oskar Halecki το 1950 και ο Piotr Wandycz στη δεκαετία του 1970, υποστήριξαν ότι οι χώρες της Κεντρικής Ευρώπης ενώνονταν με κοινή ιστορία και πολιτισμό, ιδιαίτερα στις δημοκρατικές παραδόσεις και αξίες τους.
Η έννοια της Κεντρικής Ευρώπης ή της κεντρο-ανατολικής Ευρώπης, ήταν έτσι ζωντανή μεταξύ των μεταναστών από αυτό το μέρος του κόσμου και παρουσιάστηκε στους δυτικούς διανοούμενους με ιστορικά και λογοτεχνικά έργα, όπως το «Rodzinna Europa» (Native Realm, 1959) του Τσέσλαβ Μίλος (Czesław Miłosz).
Ωστόσο, αυτά τα έργα δεν είχαν και την ευρύτερη ανταπόκριση στη Δύση μέχρι το 1980. Από εκείνο το χρονικό διάστημα και στη συνέχεια, η Δύση έδειξε μεγαλύτερο ενδιαφέρον για την έννοια της Κεντρικής Ευρώπης, και το ενδιαφέρον αυτό οδήγησε σε πληθώρα έργων, άρθρων και δοκιμίων.
Σχετικά κείμενα των διανοούμενων της Κεντρικής Ευρώπης είχαν μεταφραστεί στα Αγγλικά, Γερμανικά, Γαλλικά και Ιταλικά. Το ενδιαφέρον για την Κεντρική Ευρώπη αυξήθηκε κατά τη διάρκεια αυτής της δεκαετίας και έφθασε στο αποκορύφωμά της στις αρχές της δεκαετίας του 1990, δηλαδή αμέσως μετά την κατάρρευση του κομμουνισμού στην Κεντρική Ευρώπη, την πτώση του Τείχους του Βερολίνου και την διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης.
Το ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί είναι γιατί η Κεντρική Ευρώπη, ανακαλύφθηκε από τους δυτικούς διανοούμενους ακριβώς στη δεκαετία του 1980;
Ποια στοιχεία βρίσκονταν λοιπόν πίσω από αυτή την εξέλιξη;
Στο άρθρο του «Η εκ νέου ανακάλυψη της Κεντρικής Ευρώπης» (The Rediscovery of Central Europe) το 1990, ο Tony Judth κάνει μια εις βάθος ανάλυση των πολιτικών παραγόντων που ο ίδιος θεωρεί ζωτικής σημασίας για την εξέλιξη αυτή. Ένας από τους πιο σημαντικούς, ίσως, ήταν η απώλεια της πίστης στο μαρξισμό στη Δύση, γνωστού όντος ότι ένα μεγάλο μέρος της δυτικής διανόησης ήταν ένθερμοι μαρξιστές κατά την περίοδο 1945-1980.
Η πίστη στο μαρξισμό κορυφώθηκε το 1968 με τις φοιτητικές εξεγέρσεις σε όλο τον κόσμο, και η λεγόμενη ριζοσπαστική διανόηση άντεξε για πολύ χρόνο δύσκολες απογοητεύσεις, όπως την εισβολή στην Ουγγαρία το 1956 ή στην Τσεχοσλοβακία το 1968 από τα στρατεύματα του Συμφώνου της Βαρσοβίας.
Η πίστη στο σοβιετικό κομμουνισμό αντικαταστάθηκε από την πίστη στην κοινωνική δικαιοσύνη της Κίνας, της Καμπότζης και ακόμα της Αλβανίας. Αργότερα, μετά τις αποκαλύψεις για τον Μάο, τον Πολ Ποτ και τον Χότζα, ήταν φυσικά όλο και πιο δύσκολο να διατηρηθεί άσβεστη αυτή η πίστη.
Μετά την εισβολή της Σοβιετικής Ένωσης στο Αφγανιστάν το 1979 και την άνοδο και την πτώση της Αλληλεγγύης 1980-1981, η μοίρα του μαρξισμού ως ισχυρό ρεύμα μεταξύ των δυτικών διανοούμενων, άρχισε να καταρρίπτεται.
Μόνο με το «θάνατο του μαρξισμού», οι δυτικοί διανοούμενοι πρόσεξαν στο λόγο της Κεντρικής Ευρώπης τις κοινές δημοκρατικές παραδόσεις, τα πολιτικά δικαιώματα, τις κοινές ηθικές αξίες και την ανάγκη προστασίας του ατόμου από τα ισχυρά πολιτικά συστήματα. Αυτό άνοιξε την πόρτα για επικοινωνία μεταξύ των δυτικών και των αντίθετων διανοούμενων στην Ανατολική και Κεντρική Ευρώπη.
Έτσι αναδύθηκε στη Δύση κάποια συμπάθεια για την τύχη της Κεντρικής Ευρώπης, η οποία κατευθυνόταν τόσο προς τα αριστερά, όσο και προς τα δεξιά. Οι απόψεις τους για την Ανατολική και την Κεντρική Ευρώπη στη δεκαετία του 1980, δεν ήταν πλέον διαμετρικά αντίθετες, γεγονός που ήταν συμπτωματικό για τη μείωση της πόλωσης στη δυτική πολιτική σκηνή στη δεκαετία του 1980, όταν οι γραμμές μεταξύ αριστεράς και δεξιάς έγιναν πιο θολές από την κατάρρευση της μαρξιστικής ουτοπίας.
Ένας άλλος σημαντικός παράγοντας πίσω από την εκ νέου ανακάλυψη της Κεντρικής Ευρώπης στη δεκαετία του 1980, ήταν η εντατικοποίηση της «ευρωπαϊκής συζήτησης». Κατά τη διάρκεια αυτών των ετών, με το μετασχηματισμό της «Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας» σε «Ευρωπαϊκή Ένωση» τέθηκε σε εφαρμογή μια ευρωπαϊκή ομοσπονδία η οποία οδήγησε τους δυτικούς διανοούμενους να συζητήσουν την ουσία της Ευρώπης, τη δυτική ευρωπαϊκή ταυτότητα και τη θέση των μη-δυτικών ευρωπαϊκών εθνών μέσα στην Ευρώπη.
Αν οι Γερμανοί, οι Αυστριακοί και οι Ιταλοί μπορούσαν από ιστορική και πολιτιστική άποψη να χαρακτηριστούν ως Δυτικοευρωπαίοι και ως εκ τούτου να θεωρούνται αυτονόητη μέλη της μελετώμενης Ευρωπαϊκής Ένωσης, ποια θα πρέπει να ήταν τότε η θέση των Σλοβένων, των Τσέχων, των Πολωνών και των Ούγγρων, η ιστορία των οποίων ήταν τόσο στενά συνδεδεμένη με αυτά τα έθνη;
Έτσι εξηγείται κατά κάποιο τρόπο καλύτερα το ενδιαφέρον για την Κεντρική Ευρώπη που ήταν μεγαλύτερο στη Γερμανία, την Αυστρία και τη βόρεια Ιταλία. Στις χώρες αυτές, η συζήτηση περί Κεντρικής Ευρώπης είχε να κάνει με τη γερμανική, αυστριακή και ιταλική ταυτότητα αντίστοιχα, και με τη διευθέτηση των πολυποίκιλων λογαριασμών τους με το παρελθόν.
Οι διανοούμενοι εκεί χρησιμοποίησαν την έννοια και το παράδειγμα της Κεντρικής Ευρώπης για την ανανέωση και την αναδιατύπωση πολιτιστικών και πολιτικών συζητήσεων.
Έτσι, λοιπόν, η εκ νέου ανακάλυψη της Κεντρικής Ευρώπης στη Δύση συνέπεσε και τονώθηκε από την πτώση της μαρξιστικής ουτοπίας και βεβαίως με την εντατικοποίηση της συζήτησης για την περίφημη ευρωπαϊκή ολοκλήρωση. Ωστόσο, η έρευνα και η κοινωνική ανάλυση μέχρι σήμερα, δεν έδωσε αρκετή προσοχή στο γεγονός ότι συνέπεσε επίσης με μια άλλη διαδικασία, και συγκεκριμένα τη δημιουργία και καθιέρωση του μεταμοντερνισμού ως επικρατούντος ρεύματος στον ευρωπαϊκό πολιτισμό.
Είναι αλήθεια ότι δεν υπάρχει σαφής διαχωριστική γραμμή μεταξύ μοντερνισμού και μεταμοντερνισμού, καθώς μια σειρά μεταμοντέρνων ιδεών μπορούν να αναχθούν στη διάρκεια ολόκληρου του εικοστού αιώνα. Ωστόσο, οι περισσότεροι μελετητές συμφωνούν ότι η πλήρης διαμόρφωση των ιδεών του μεταμοντερνισμού και η είσοδό τους στο ευρύ πολιτιστικό κύκλωμα, έλαβε χώρα στα μέσα της δεκαετίας του 1980.
Έτσι πολλοί δυτικοί διανοούμενοι βρήκαν στην έννοια της Κεντρικής Ευρώπης ένα κατάλληλο σημείο εκκίνησης για την άρθρωση ενός σεβαστού αριθμού μεταμοντέρνων ιδεών. Βρήκαν και τόνισαν εκείνα τα χαρακτηριστικά στην κουλτούρα της Κεντρικής Ευρώπης, τα οποία θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν ως σημεία αναφοράς στο θέμα της μεταμοντέρνας κουλτούρας.
Κατά μία έννοια θα μπορούσε κάποιος να μιλήσει για την προβολή του δυτικού οράματος της μεταμοντέρνας κοινωνίας και του πολιτισμού, σε ένα φανταστικό τοπίο της Κεντρικής Ευρώπης.
