Θωμάς Ψήμμας*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Η μητέρα των μαχών, η ασφαλιστική μεταρρύθμιση, αποτελεί άλλη μία ξεκάθαρη ένδειξη ότι το θυμικό και το “μιλάς κι εσύ που” κερδίζει κράτος την ιδεολογική ηγεμονία σε σχέση με τον ορθολογισμό και την ενσυναίσθηση. Ο ψηφοθηρικός εντυπωσιασμός για ακόμα μια φορά συντρίβει την αντικειμενική προσέγγιση της γυμνής αλήθειας στην καθ’ ημάς Ψωροκώσταινα.

Η κυβέρνηση εγκαλεί (δικαίως) την συντριπτική πλειοψηφία της αγανακτισμένης αντιπολίτευσης για υποκριτική, ιδιοτελή στάση διαμαρτυρίας, σε ριζική αντίθεση με το “Μένουμε Ευρώπη” και το “πάση θυσία στο ευρώ” που επέδειξε με ένα στόμα, μια φωνή το περασμένο καλοκαίρι (με ψηφίσματα μάλιστα των σωματείων που εκπροσωπούν τους επαγγελματικούς κλάδους, οι οποίοι πλήττονται με την εξαγγελόμενη μεταρρύθμιση).

Από την άλλη, η αντιπολίτευση καταδικάζει (δικαίως) την ανειλικρινή στάση της κυβέρνησης απέναντι στην εκλογική της πελατεία, καθώς η πρόταση που κατέθεσε προς διαβούλευση στους θεσμούς βρίσκεται στην εντελώς αντίθετη κατεύθυνση με τις προεκλογικές εξαγγελίες (ακόμα και του Σεπτέμβρη του 15, πόσο μάλλον του Γενάρη του 15).

Συνεπώς, όπως πάντα την εποχή που διαδραματίζεται το σίκουελ του εμφυλιοπολεμικού σπαραγμού (Μνημόνιο-Αντιμνημόνιο), η εξέταση των κινήτρων καταλαμβάνει όλο το ζωτικό χώρο της δημοκρατικής διαβούλευσης σε επίπεδο κοινωνίας των πολιτών, αφήνοντας στο περιθώριο το γράμμα και το πνεύμα της πράξης. 

Για να κατανοήσουμε με παραστατικό τρόπο τον ανορθολογισμό των ενστίκτων που μαστίζει την κοινωνία των πολιτών και την κυρίαρχη πολιτική σκηνή στη χώρα μας θα φέρω το ακόλουθο παράδειγμα: Ένα παιδί φέρεται να έχει σκοτώσει τη μητέρα του (πράξη, αντικειμενική υπόσταση) και στο δικαστήριο οι δυο αντιμαχόμενες πλευρές εξετάζουν αποκλειστικά όχι αν συντελέσθηκε πράγματι και κάτω από ποιες συνθήκες συντελέσθηκε το έγκλημα, αλλά αν το παιδί αυτό βασανιζόταν σωματικά και ψυχικά από τη μητέρα του ή αν επιδείκνυε παραβατική συμπεριφορά και σε άλλες πτυχές του βίου του, π.χ κλέβοντας καραμέλες από τα υπόλοιπα παιδάκια στο σχολείο (κίνητρα, υποκειμενική υπόσταση).

Η πρόσφατη συζήτηση στη Βουλή μετατράπηκε σε διαξιφισμό των δελφίνων του νεόκοπου δικομματισμού (Τσίπρας-Μητσοτάκης) για το ποιος μπορεί να διαχειριστεί καλύτερα (κοινωνικά δικαιότερα ή οικονομικά αποτελεσματικότερα αντίστοιχα) την (παγιωμένη πλέον ως κανονικότητα) μνημονιακή πραγματικότητα. Έννοιες, όπως κοινωνική αλληλεγγύη, διαγενεακή δικαιοσύνη, αναδιανεμητικό και κεφαλαιοποιητικό μοντέλο κοινωνικής ασφάλισης, έλαμπαν διά της απουσίας τους.

Για να εξετάσουμε τη φύση του ασφαλιστικού ζητήματος και να επεξεργαστούμε μια όσο το δυνατό πιο βιώσιμη πρόταση επίλυσής του, απαιτείται ολιστική θεώρηση του φαινομένου και αξιοποίηση της (κατά Dworkin) κομβικής σημασίας διάκρισης των ρυθμίσεων της έννομης τάξης σε αρχές (principles) και σε εφαρμοσμένες πολιτικές (policies). 

Με άλλα λόγια, δέον κρίνεται να βρούμε ποιες αρχές δικαιοσύνης κρύβονται a priori πίσω από την (συνταγματικά κατοχυρωμένη) κοινωνική ασφάλιση (άρ. 22 παρ. 5 Συντ.) και ποια εφαρμοσμένη πολιτική (αναδιανεμητικό ή κεφαλαιοποιητικό σύστημα) ανταποκρίνεται καλύτερα a posteriori στις αρχές αυτές.

Το κουαρτέτο και οι εκάστοτε ελληνικές κυβερνήσεις της μνημονιακής περιόδου, σε εκτέλεση των επιταγών των δανειστών, επιμένουν να αντιμετωπίζουν το ασφαλιστικό ζήτημα αποσπασματικά, ως ένα πρόβλημα καθαρά δημοσιονομικού μεγέθους (εσόδων και δαπανών του κράτους), πλήρως διαχωρισμένο από το φορολογικό και εργασιακό περιβάλλον. Αν είναι όμως έτσι, τότε γιατί οι επαγγελματικές ομάδες που σημειώνουν ρεκόρ στην ανασφάλιστη-μαύρη εργασία, είναι ακριβώς οι ίδιες που φοροδιαφεύγουν; Αν είναι όμως έτσι, γιατί η ζοφερή κατάσταση των ασφαλιστικών ταμείων επιδεινώθηκε δραματικά με την έκρηξη της ανεργίας κατά τη μνημονιακή περίοδο;

Ανακαλύπτοντας τις αρχές που φιλοδοξεί να ικανοποιήσει κάθε βιώσιμο σύστημα κοινωνικής ασφάλισης, θα διαπιστώσουμε ότι το ασφαλιστικό, το φορολογικό και τα εργασιακά ζητήματα μοιράζονται στον πυρήνα τους κοινές αρχές και αξίες, τις οποίες η μονομέρεια της εξειδίκευσης, στην οποία στηρίζεται ο νεοφιλελεύθερος μεταμοντερνισμός, επιχειρούν πάση θυσία να αποδομήσουν.

Η κοινωνική ασφάλιση αποτελεί έναν καθοριστικό μηχανισμό για την εύρυθμη λειτουργία του κοινωνικού κράτους δικαίου (άρ. 25 παρ. 1 Συντ.) και για την εκπλήρωση του χρέους κοινωνικής και εθνικής αλληλεγγύης που μοιραζόμαστε, με όρους αμοιβαιότητας, με τους συμπολίτες μας και με το κράτος (άρ. 25 παρ. 4 Συντ.). Υπό αυτό το πρίσμα, ένα κοινωνικοασφαλιστικό μοντέλο, από θέση αρχής, πρέπει να ανταποκρίνεται επαρκώς στα θεμελιώδη αιτήματα για κοινωνική δικαιοσύνη, για εξασφάλιση ενός στοιχειώδους ορίου αξιοπρεπούς διαβίωσης (άρ. 2 παρ. 1 Συντ.) και για ενδο- και διά- γενεακή αλληλεγγύη. Μέσα από μια ολιστική θεώρηση του κοινωνικοασφαλιστικού φαινομένου και στο πλαίσιο της συστηματικής ενότητας του συνταγματικού κειμένου, διαπιστώνουμε πέραν πάσης αμφισβήτησης ότι το ασφαλιστικό ζήτημα είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με την συνταγματική απαίτηση για ισότητα στα δημόσια βάρη, ανάλογα με τη φοροδοτική ικανότητα εκάστου πολίτη (αναλογικό, προοδευτικό φορολογικό σύστημα, κατά το άρ. 4 παρ. 5 Συντ.).

Η εύρεση της χρυσής τομής μεταξύ αξιοκρατικής ανταποδοτικότητας και αξιοπρεπούς κοινωνικής προστασίας (ιδίως των ασθενέστερων μελών του κοινωνικού συνόλου) επαναφέρει στο προσκήνιο το διαχρονικό αίτημα για πλήρη απασχόληση με κάλυψη των ασφαλιστικών κινδύνων από την εργοδοσία, όχι μονάχα ως μοναδικό βιώσιμο τρόπο χρηματοδότησης των ασφαλιστικών ταμείων, αλλά πάνω απ’ όλα ως του μοναδικού, a priori εχεγγύου για την ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας των ατόμων και την ισότιμη συμμετοχή των (προσωπικά και συλλογικά) αυτόνομων υποκειμένων στην κοινωνική, πολιτική και οικονομική ζωή της χώρας (άρ. 5 παρ. 1 Συντ.).

Αφού χαρτογραφήσαμε τις αρχές, τις οποίες a priori πρέπει να υιοθετεί ένα άξιο υπακοής σύστημα κοινωνικής ασφάλισης, είναι η κατάλληλη στιγμή προκειμένου να προβούμε σε κάποιες παρατηρήσεις για τη σχέση που υπάρχει μεταξύ των εφαρμοσμένων μοντέλων (policies), δηλαδή του αναδιανεμητικού και του κεφαλαιοποιητικού συστήματος, και των προαναφερθέντων θεμελιωδών αρχών.

Το αναδιανεμητικό σύστημα (μοντέλο Beveridge) αποτελεί σύστημα καθορισμένων παροχών. Προσλαμβάνει την κοινωνική ασφάλιση ως (κανονιστικά δεσμευτικό) κοινωνικό δικαίωμα, το οποίο προστατεύεται ρητά από τα εθνικά Συντάγματα (ιδίως των χωρών της ηπειρωτικής Ευρώπης), την Οικουμενική Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, κείμενα-συμβάσεις της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας κ.τ.λ. Αντιλαμβάνεται, δηλαδή, το ασφαλιστικό ζήτημα πρωτίστως ως κοινωνικό και δευτερευόντως ως οικονομικό μέγεθος. Όπως επισημαίνει και ο Σακελλαρόπουλος (“Ασφαλιστική μεταρρύθμιση”, σ. 382), “επιχειρεί να θέσει την κοινωνική ασφάλιση εκτός του εμπορευματικού κυκλώματος και της οικονομίας της αγοράς και εντός ενός συστήματος αλληλεγγύης των γενεών, με την εγγύηση του κράτους”.

Το κεφαλαιοποιητικό σύστημα (μοντέλο Bismark), αντίθετα, συνιστά σύστημα καθορισμένων εισφορών. Απαντάται κυρίως στις χώρες του αγγλοσαξονικού κόσμου. Δίνει ξεκάθαρο προβάδισμα στην αξιοκρατική ανταποδοτικότητα έναντι της κοινωνικής αλληλεγγύης. Μεταθέτει το βάρος κάλυψης των ασφαλιστικών κινδύνων από το κοινωνικό κράτος πρόνοιας στην ατομική ευθύνη των εμπλεκόμενων μερών στην (όσο το δυνατό πιο απορρυθμισμένη) αγορά εργασίας, κατά κανόνα μέσω της ιδιωτικής ασφάλισης, αναθέτοντας στο κράτος έναν επικουρικό ρόλο εξάλειψης της ακραίας φτώχειας και διόρθωσης των εξόφθαλμων κοινωνικών ανισοτήτων (π.χ μέσω της ελάχιστης εγγυημένης βασικής εθνικής σύνταξης).

Για να είμαστε λογικά συνεπείς απέναντι στις θέσεις αρχής (κοινωνικό κράτος δικαίου, κοινωνική δικαιοσύνη, ενδο- και δια- γενεακή αλληλεγγύη, ισότητα στα δημόσια βάρη, κοινωνικό δικαίωμα στην εργασία), πρέπει να αποδεχθούμε το αναδιανεμητικό μοντέλο ως μοναδική εφαρμοσμένη πολιτική (policy) που ανταποκρίνεται στις θεμελιώδεις αρχές ενός άξιου υπακοής κοινωνικοασφαλιστικού συστήματος. Το μοντέλο Beveridge αντιλαμβάνεται το κράτος ως ρυθμιστή της κοινωνικής ζωής και όχι ως νυκτοφύλακα σχέσεων μεταξύ ιδιωτών που αναπτύσσονται στην ελεύθερη, αρρύθμιστη αγορά. Αντιμετωπίζει τα άτομα ως κοινωνικά και πολιτικά υποκείμενα και όχι ως εγωιστικά, ιδιοτελή, μοναδιαία όντα. Μεταχειρίζεται την κοινωνική ασφάλιση ως αυτοσκοπό της αξιοπρεπούς κοινωνικής μας συμβίωσης (κατά το δυνατό μεγαλύτερη ισότητα ευκαιριών στα κοινωνικά υποκείμενα) και όχι ως ένα απλό εργαλείο επίτευξης δημοσιονομικής πειθαρχίας. Τέλος, προσλαμβάνει την εργασία ως ανεπιφύλακτο κοινωνικό δικαίωμα (πλήρη απασχόληση) και όχι ως παρακολούθημα των (ταξικά μεροληπτικών) τάσεων υπερσυσσώρευσης κερδών του μεγάλου κεφαλαίου.

Ωστόσο, σε μια εποχή που ακόμα και οι ώριμες αστικές κοινωνίες του αναπτυγμένου καπιταλισμού μαστίζονται από δημογραφική γήρανση, ανεργία, δημοσιονομική κρίση, χρεοκρατία, το ερώτημα τίθεται αμείλικτο: Πώς μπορεί να χρηματοδοτηθεί ένα αναδιανεμητικό μοντέλο κοινωνικής ασφάλισης, χωρίς να απομυζεί το μεγαλύτερο μέρος των κρατικών δαπανών και των πόρων των εμπλεκόμενων μερών στην παραγωγική διαδικασίας (εργοδότες, εργαζόμενοι, ελεύθεροι επαγγελματίες); 

Για να απαντηθεί το ερώτημα αυτό, απαιτείται πρώτα απ’ όλα να διατρανώσουμε την πίστη μας ,από θέση αρχής, στο αναδιανεμητικό μοντέλο κοινωνικής ασφάλισης και να μην υπεκφύγουμε στρεφόμενοι προς την ιδιωτική ασφάλιση με πρόσχημα την εξαιρετικά δυσμενή κοινωνική, πολιτική και οικονομική συγκυρία.

Ορισμένες εναλλακτικές λύσεις που έχουν προταθεί για τη χρηματοδότηση ενός αναδιανεμητικού μοντέλου κοινωνικής ασφάλισης σε δύσκολους καιρούς είναι, σε ενδεικτική απαρίθμηση, οι ακόλουθες:

  • Επιβολή εισφοράς υπέρ της μείωσης του κοινωνικού χρέους, με εισοδηματικά κριτήρια, δηλαδή ένας άμεσος, αναλογικός φόρος σε εισοδήματα από μισθούς, εκμετάλλευση περιουσίας και συντάξεις, καθώς και στα κέρδη από τυχερά παιχνίδια (εφαρμόζεται στη Γαλλία)
  • Φορολόγηση της εκκλησιαστικής περιουσίας για τη χρηματοδότηση κοινωνικών σκοπών, όπως είναι κατεξοχήν και η κοινωνική ασφάλιση
  • Αξιοποίηση έμμεσων φόρων (π.χ ΦΠΑ, προστίμων από την τακτοποίηση ημι-υπαίθριων χώρων, ειδικών φόρων κατανάλωσης σε οινοπνευματώδη ποτά και τσιγάρα)
  • Επιβολή φόρου επί των τραπεζικών και χρηματοπιστωτικών συναλλαγών (φόρος Tobin)
  • Ποσοστό επί του εισπραχθέντος τιμήματος από την αποκρατικοποίηση περιουσιακών στοιχείων της ιδιωτικής περιουσίας του Δημοσίου (χρηματοδότηση των ασφαλιστικών ταμείων και όχι του μη βιώσιμου χρέους, υπέρ του οποίου προβλέπει ρητά το τρίτο Μνημόνιο)
  • Σύνδεση της χορήγησης ΕΣΠΑ με την υποχρέωση του επιδοτούμενου να εισφέρει ένα μέρος της επιδότησης στο αποθεματικό του οικείου ασφαλιστικού φορέα
  • Καταβολή ενός σημαντικού μέρους από τα εισπραχθέντα πρόστιμα για παραβίαση της ασφαλιστικής και φορολογικής νομοθεσίας
  • Σύνδεση του ύψους των ασφαλιστικών εισφορών με την οικονομική ανάπτυξη της οικείας περιφέρειας του ασφαλισμένου (νορβηγικό μοντέλο).

Καμία, πάντως, από τις παραπάνω προτάσεις, ακόμα κι αν εφαρμοστούν συνδυαστικά, δεν μπορεί να οδηγήσει σε ένα βιώσιμο αναδιανεμητικό σύστημα κοινωνικής ασφάλισης, χωρίς να επέλθει ανατροπή της λιτότητας, αναπτυξιακό σοκ (αντί για το “δόγμα του σοκ”) και δημιουργία εκατοντάδων χιλιάδων αξιοπρεπών νέων θέσεων εργασίας, σε πανευρωπαϊκή κλίμακα.

Αλλά και χωρίς την καταπολέμηση των πολυάριθμων στρεβλώσεων στην αγορά εργασίας και στο κοινωνικό κράτος πρόνοιας βαλκανικού τύπου, το οποίο εξέθρεψε ο εγχώριος μικρό- και μεγαλο- παρασιτισμός. 

Η ενοποίηση των ασφαλιστικών και φορολογικών μηχανισμών του κράτους για την πάταξη της εισφοροδιαφυγής, η κατάργηση άδικων, προνομιακών φόρων υπέρ τρίτων για ορισμένα ασφαλιστικά ταμεία μέσω της ενοποίησης των ασφαλιστικών ταμείων, η καταπολέμηση του οικονομικά αντιπαραγωγικού και κοινωνικά άδικου μηχανισμού πρόωρης συνταξιοδότησης για προνομιούχες κάστες εργαζομένων (ιδίως του δημοσίου τομέα), η επίτευξη κοινωνικής δικαιοσύνης με την εξίσωση των όρων πρόσβασης και κάρπωσης των ωφελειών της κοινωνικής ασφάλισης για παλαιούς και νέους ασφαλισμένους αποτελούν διαρκώς επίκαιρες, αναγκαίες παρεμβάσεις της εκάστοτε ελληνικής κυβέρνησης, η οποία καλείται να αναμετρηθεί με το πρόβλημα.

Συμπερασματικά, καμιά πρόταση από μόνη της δεν μπορεί ως διά μαγείας να τετραγωνίσει το φαύλο κύκλο και να λύσει μια άλυτη εξίσωση. Η ριζική αναδιάρθρωση του (διαχρονικά στρεβλού) ασφαλιστικού συστήματος είναι πιο αναγκαία από ποτέ, προκειμένου να αναδειχθούν στον ύψιστο δυνατό βαθμό οι θεμελιώδεις αρχές της κοινωνικής ασφάλισης και η άρρηκτη σύνδεσή της με ένα κοινωνικό κράτος άξιο εμπιστοσύνης και μια δίκαιη έννομη τάξη άξια υπακοής. 

Ωστόσο, η ασφαλιστική μεταρρύθμιση που προτείνεται, ακολουθώντας το πνεύμα των προηγούμενων ρυθμίσεων των τελευταίων ετών, βρίσκεται στην ακριβώς αντίθετη κατεύθυνση. Επιχειρεί να ανάγει την πολιτική μέσα σε συνθήκες κρίσης (policy) σε κριτήριο νομιμοποίησης και να υποβαθμίσει τις αρχές (principles) σε απλά ευχολόγια στο πλαίσιο ενός κράτους έκτακτης ανάγκης. 

Η νόθευση των θεμελιωδών αρχών δικαιοσύνης (αξιοπρεπής διαβίωση, κοινωνική αλληλεγγύη, ισότητα ευκαιριών, ελέυθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας) με όρους εργαλειακής ορθολογικότητας (ως προαπαιτούμενο να κλείσει η αξιολόγηση και να πάρουμε τη δόση) είναι κάτι πολύ παραπάνω από μια (ακόμα) χαμένη ευκαιρία για το ασφαλιστικό, συνιστά την άνευ όρων υποταγή του homo politicus στον homo economicus. 

Και γι’ αυτόν, κυρίως, το λόγο, η πρόταση της κυβέρνησης (με τις ευλογίες των θεσμών) πρέπει πάση θυσία να αποκρουστεί .Αρκεί βεβαίως μέσα από τα “όχι” να προκύψει επιτέλους μια βιώσιμη συμφωνία και ως προς τα “ναι” (ως προς τις προτάσεις εκείνες που θα υλοποιούν τις αρχές, τις οποίες κρίνουμε άξιες προστασίας), κάτι που δυστυχώς, μες στον συντεχνιασμό και τα αντικρουόμενα συμφέροντα του ετερόκλητου πλήθους, δεν διαφαίνεται στον ορίζοντα. 

Είναι θέμα αρχής, λοιπόν, να ξανασυζητήσουμε για τις αρχές, μακριά από ιδεοληπτικές αγκυλώσεις (κριτική στον αριστερισμό), αλλά και από εργαλειακές σταθμίσεις κόστους-οφέλους (κριτική στο νεοφιλελευθερισμό). Και το ασφαλιστικό, όπως και όλα τα μεγάλα ζητήματα εξάλλου, δεν είναι τίποτε άλλο από “matter of principle”…

*Δικηγόρος, ΜΔΕ Ιστορίας, Φιλοσοφίας & Κοινωνιολογίας του Δικαίου (ΑΠΘ)