Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Και να λοιπόν που η εθιμοτυπικού χαρακτήρα ετήσια συγκέντρωση των κυρίαρχων παικτών της παγκόσμιας οικονομικής κοινότητας στο Νταβός έβγαλε λαβράκι. Το περίφημο «it’s the implementation, stupid» που εκστόμισε ο υπουργός Οικονομικών της Γερμανίας, κ. Σόιμπλε, ήδη έχει αποκτήσει άρωμα κλασικού.

Δυστυχώς, η εγχώρια ανάγνωση της ατάκας Σόιμπλε περιορίστηκε στην καταδίκη του ύφους (αλλά στη σιωπηρή επιβράβευση της ουσίας) των λεγομένων Γερμανού υπουργού Οικονομικών από τα κόμματα της αντιπολίτευσης του «Μένουμε Ευρώπη» και από την καταδίκη της παθητικής στάσης του Έλληνα πρωθυπουργού που δεν σήκωσε το γάντι και δεν απάντησε στον πρωτομάστορα της (μετά το 2008) Ευρωζώνης από τις δυνάμεις του αντιμνημονιακού μπλοκ.

Είναι κρίμα, όμως, μια τέτοια δήλωση-σταθμός να γίνεται απλώς αντικείμενο επικοινωνιακής εκμετάλλευσης, δημιουργίας πολιτικών εντυπώσεων, με άλλα λόγια να βλέπουμε το δέντρο (την κυνικότητα του δρ. Σόιμπλε) και να χάνουμε το δάσος (την ανατροπή στο συσχετισμό δύναμης μεταξύ πολιτικής και οικονομίας, μεταξύ δημοκρατίας και αγορών).

Δύο δεκαετίες περίπου πριν το «it’ s the implementation, stupid», ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Μπιλ Κλίντον, εκστόμισε την (κλασική πια) φράση «it’ s economy, stupid», θέλοντας να δείξει ότι οι εκλογικές αναμετρήσεις κρίνονται στο επίπεδο των οικονομικών δεικτών, της μικρο- και μακρο- οικονομικής συμπεριφοράς των πολιτικών υποκειμένων.

Επρόκειτο για τη διαπίστωση (και την ένθερμη αποδοχή φυσικά) του πρώτου σοβαρού πλήγματος στον homo politicus από τα πλέον επίσημα χείλη. Ακόμα, βέβαια, η αναθέρμανση της οικονομίας αντιμετωπιζόταν ως εργαλείο άσκησης πολιτικής, δεν είχαν αντιστραφεί οι όροι μέσου και σκοπού στη σχέση δημοκρατίας και αγορών. Στην κυρίαρχη αντίληψη, τα δανεικά που έρρεαν άφθονα από τις αγορές θεωρούνταν το πιο ισχυρό εργαλείο για την διασφάλιση της πολιτικής σταθερότητας και την εξασφάλιση μιας ευρείας κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας (αμάχητο τεκμήριο της «γενικής βούλησης» στην αντιπροσωπευτική, αστική δημοκρατία).

Το μείζον πρόβλημα, όμως, ήταν ότι το πουλόβερ της ενεργού πολιτικής δραστηριότητας είχε ξηλωθεί τόσο πολύ που ταυτιζόταν πλέον με τη συμμετοχή του πολίτη στις κάλπες και τη μοιρολατρική αποδοχή του εκλογικού αποτελέσματος για την επόμενη τετραετία. Η πολιτική είχε υποστεί ένα καίριο πλήγμα κατά την εφηβεία της νεοφιλελεύθερης ηγεμονίας, είχε χάσει τα από τα κάτω χαρακτηριστικά της (κινηματική δομή και δράση), είχε αμφισβητηθεί θεσμικά η ριζωμένη αντίληψη ότι μέσω των ποικίλων διεργασιών στην κοινωνία των πολιτών μπορεί να αλλάξει (αργά, αλλά σταθερά) ο κόσμος στον οποίο επιβιώνουμε, τον οποίο μοιραζόμαστε με τους συμπολίτες μας και τον οποίο οφείλουμε να κληροδοτήσουμε βιώσιμο στις επόμενες γενιές.

Το κοινωνικό υποκείμενο είχε δώσει τη θέση του στο άτομο, ο ελεύθερος και υπεύθυνος πολίτης είχε δώσει τη θέση του στον ψηφοφόρο-καταναλωτή πολιτικών προϊόντων.

Με το «it’ s implementation stupid» ο νεοφιλελευθερισμός περνάει κι επίσημα στη φάση της ιδεολογικής του ωρίμανσης. Επισφραγίζεται η εργαλειοποίηση της πολιτικής στα μέτρα και τα σταθμά της κυρίαρχης οικονομικής αφήγησης. Γι’ αυτό το λόγο, κατά τη γνώμη μου, η δήλωση Σόιμπλε είναι κάτι πολύ πιο βαθύ και ουσιαστικό από προσωπική επίθεση στον πρωθυπουργό της Ελλάδας που αντιμάχεται (έστω και λεκτικά) το δόγμα της ακραίας λιτότητας. Πρόκειται για αντιστροφή των όρων του παιχνιδιού, για τη θριαμβευτική αναγόρευση της νεοφιλελεύθερης ηγεμονίας σε αυτοσκοπό της κοινωνικοπολιτικής μας συμβίωσης.

Όχι απλώς η πολιτική μετατρέπεται σε μέσο επιβολής της οικονομίας, αλλά η ίδια η οριοθέτηση του πεδίου της πολιτικής συντελείται μέσα σε ένα ασφυκτικά δεσμευτικό πλαίσιο. Η δημοκρατία, στην αντίληψη του Γερμανού Υπουργού Οικονομικών, ταυτίζεται απόλυτα με την πιστή τήρηση των συμπεφωνημένων (pacta sunt servanda), η αναθεώρηση ή η μη εφαρμογή των οποίων τεκμαίρεται αμάχητα ως διάρρηξη του κοινωνικού συμβολαίου.

Πρόκειται για διαστρέβλωση, για να μην πω κακοποίηση, των θεωριών κοινωνικού συμβολαίου, εκκινώντας από την Aγία Τριάδα (Hobbes, Locke, Rousseau) φτάνοντας μέχρι και τις σύγχρονες συμβολαιοκρατικές θεωρήσεις (fair play). Όταν η εν κράτος οργάνωση της πολιτικής μας ζωής γίνεται αντιληπτή ως ένα συνεργατικό κοινωνικό παίγνιο, τότε η συμμετοχή στη σύνταξη ενός κοινωνικού συμβολαίου ή η αποδοχή των όρων αυτού θεωρείται επαρκής δικαιολογητικός λόγος για την υπακοή στα κελεύσματα της οργανωμένης πολιτικής κοινότητας.

Τι συμβαίνει όμως όταν η κατάρτιση ενός κοινωνικού συμβολαίου γίνεται σε επίπεδο τεχνοκρατών και λαμβάνει ελάχιστα υπόψη τα πολιτικά υποκείμενα, των οποίων τις ζωές φιλοδοξεί να ρυθμίσει; Τι συμβαίνει όμως όταν η πρόσβαση στις διαδικασίες διαβούλευσης, κατάρτισης και εφαρμογής του κοινωνικού συμβολαίου δεν είναι ισότιμη, αλλά διέπεται από ανισοκατανομή ισχύος;

Τι συμβαίνει όμως όταν η τεκμαιρόμενη αποδοχή του κοινωνικού συμβολαίου από τη νόμιμα εκλεγμένη κυβέρνηση των πολιτικών υποκειμένων είναι -κατά γενική ομολογία- μια εκβιασμένη συναίνεση σε ένα θεσμικό πραξικόπημα (this is a coup);

Κι εδώ ανακύπτει το κομβικό ερώτημα. Η κότα έκανε το αυγό ή το αυγό την κότα; Αποτελεί η εφαρμογή των συμπεφωνημένων τη βάση για την ομαλή λειτουργία της δημοκρατίας ή μήπως, αντίστροφα, η ισότιμη δημοκρατική διαβούλευση είναι αυτή που εγγυάται την ομαλή εφαρμογή των συμπεφωνημένων και την αξίωση της οργανωμένης πολιτείας (ή ενός υπερεθνικού οργανισμού) για υπακοή των έννομων ρυθμίσεων από τα πολιτικά υποκείμενα (ή από τα κράτη-μέλη αντίστοιχα);

Σε ποιο βαθμό μπορούμε να μιλάμε για δεσμευτική συμφωνία όταν έχουν παραβιαστεί κατάφωρα τα basics της δημοκρατικής διαβούλευσης; Στις εξάμηνες διαπραγματεύσεις κυβέρνησης-ευρωπαϊκών θεσμών έλαμπε διά της απουσίας του οποιοδήποτε διαλεκτικό σχήμα-βάση κάθε μορφής αξιοσέβαστου διαλόγου «θέση-αντίθεση-σύνθεση».

Επιπλέον, η εκβιαστική διάθεση των εταίρων εντεινόταν από την πρωτοφανή έλλειψη διαφάνειας και πολιτικού ελέγχου (π.χ από το νομιμοποιημένο με την ψήφο των Ευρωπαίων πολιτών Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο) των αποφάσεων του Eurogroup. Και τέλος, η αποθέωση της αμεσοδημοκρατικής πινελιάς στο κάδρο της έμμεσης δημοκρατίας, η γενική βούληση του κυρίαρχου λαού, όπως αυτή εκφράστηκε συντριπτικά στο δημοψήφισμα, ανατράπηκε από τα ευρωπαϊκά όργανα και παρερμηνεύτηκε από την ελληνική κυβέρνηση με μια take it or leave it συμφωνία.

Συνεπώς, όχι μόνο η πολιτική υποβιβάζεται σε εργαλείο επιβολής των οικονομικών ελίτ, αλλά και το ίδιο το περιεχόμενο της πολιτικής υποπίπτει σε μια άνωθεν τεχνοκρατική διευθέτηση, χάνοντας κάθε επίφαση δημοκρατικότητας, προσωπικής αυτονομίας και συλλογικής αυτοδιάθεσης.

Έτσι, η τήρηση των (αντιδημοκρατικά) συμπεφωνημένων καταλήγει να αποτελεί τη μεγαλύτερη απειλή για την ποιότητα της δημοκρατίας, όχι πλέον στον αποικιοκρατούμενο Τρίτο Κόσμο, αλλά σε κράτη και ενώσεις-πυρήνες του αναπτυγμένου καπιταλισμού και της αστικής δημοκρατίας.

Η ταύτιση της δημοκρατίας με την άνευ όρων τήρηση των συμπεφωνημένων οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια στην απογύμνωση της δημοκρατίας από τις θεμελιώδεις αξίες της (ίση ελευθερία για όλους, κοινωνική αλληλεγγύη, προσωπική και συλλογική αυτονομία).

Πάντως, ο επίμονα συνεπής στο δόγμα της τήρησης των συμπεφωνημένων κ. Σόιμπλε, δεν είναι και τόσο συνεπής στο να τηρεί τα συμπεφωνημένα και στην πράξη. Κατά τη διάρκεια της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης από τη Συνθήκη του Μάαστριχτ και πέρα, θεμελιώδεις όροι της ασκούμενης οικονομικής πολιτικής παραβιάστηκαν χωρίς να ανοίξει ρουθούνι.

Οι δημοσιονομικοί στόχοι (3% έλλειμμα και 60% δημόσιο χρέος) για πρώτη φορά παραβιάστηκαν, όχι από τους συνήθεις υπόπτους «τεμπέληδες του Νότου» (P.I.G.S.), αλλά από τους «πειθαρχημένους» Γερμανούς. Η ρήτρα μη διάσωσης ενός δημοσιονομικά προβληματικού (πόσο μάλλον χρεοκοπημένου) κράτους-μέλους από τα υπόλοιπα κράτη-μέλη της Ένωσης παραβιάστηκε με το μεγαλύτερο δάνειο στην ανθρώπινη ιστορία, προκειμένου να μη μεταδοθεί η πανούκλα και στην υπόλοιπη Ευρωζώνη (κάτι που διαψεύσθηκε παταγωδώς από την πραγματικότητα).

Η ταύτιση της αναδιάρθωσης χρέους (ακόμα και με συναινετική μορφή) με χρεοκοπία δεν εμπόδισε καθόλου μια διευθέτηση-ασπιρίνη του (μη βιώσιμου) ελληνικού χρέους με το “εθνοσωτήριο” PSI. Όλες οι παραπάνω στιγμές της δομικής κρίσης εμπιστοσύνης στην Ευρωζώνη αποδεικνύουν ότι το δόγμα Σόιμπλε είναι διάτρητο και δεν συνιστά τίποτε άλλο από μια αυτοεκπληρούμενη προφητεία, η οποία επιβεβαιώνεται μέσω της πιστής τήρησης κανόνων που διαρκώς μεταβάλλονται.

Το τρίτο Μνημόνιο, σε συνέχεια των προηγούμενων, έφερε στην επιφάνεια μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα ανάγνωση του «pacta sunt servanda».

Από τη μια πλευρά, η Ελλάδα ανέλαβε πολύ συγκεκριμένες δεσμεύσεις, τις οποίες καλείται να φέρει εις πέρας σε ασφυκτικά χρονικά περιθώρια, ενώ τα υπόλοιπα κράτη-μέλη διέπονται από μια χαλαρή συμφωνία (soft law), έχοντας υιοθετήσει μονάχα ανέξοδες υποσχέσεις (συζήτηση για την θετική αξιολόγηση της εφαρμογής του προγράμματος από την ελληνική κυβέρνηση, συζήτηση για τη βιωσιμότητα του χρέους, συζήτηση για το αναπτυξιακό πακέτο, συζήτηση για την ποσοτική χαλάρωση).

Όταν η μια πλευρά δεσμεύεται υπαρξιακά από τους όρους της σύμβασης και για την άλλη αποτελούν κάτι σαν ευχολόγιο (κουβέντα να γίνεται), τότε δεν μπορούμε να μιλάμε κυριολεκτικά για αμοιβαία συμφωνία, της οποίας αξιώνεται η πιστή τήρηση και από τις δυο πλευρές.

Αν, λοιπόν, ο δρ. Σόιμπλε θα ήθελε να είναι όσο ακριβής, ρεαλιστής και κυνικός αρέσκεται να παρουσιάζεται, θα έπρεπε να διατυπώσει τη φράση ως εξής «it’ s your implementation, stupid» (είναι η εφαρμογή των δικών σας δεσμεύσεων, ανόητοι).

Ποια είναι σε τελική ανάλυση η κινητήριος δύναμη της ιστορίας;;; Είναι μήπως «ο καπιταλισμός, ηλίθιε» (από τον τίτλο του εξαιρετικού βιβλίου του Νίκου Μπογιόπουλου);

Αναμφισβήτητα, οι σχέσεις παραγωγής και ανταλλαγής, η διάσταση συμφερόντων ανάμεσα σε κεφαλαιοκράτες ιδιοκτήτες των μέσων παραγωγής και σε προλετάριους-μισθωτούς σκλάβους διατρέχει όλη την ιστορία του καπιταλιστικού οικοδομήματος κι αποτελεί την κύρια πηγή ανισότητας και σχέσεων ταξικής κυριαρχίας των μεν έναντι των δε.

Ωστόσο, εάν το κράτος και οι θεσμοί δεν είναι τίποτε άλλο παρά εργαλεία επιβολής της κυρίαρχης οικονομικής ελίτ, πολύ φοβάμαι ότι αποδεχόμαστε μοιρολατρικά την ηγεμονία του homo economicus και υποτιμούμε τη διαχρονική σημασία της παιδείας και της κινηματικής αυτοοργάνωσης (δυνάμεις του εποικοδομήματος) στη μεταβολή των κοινωνικοοικονομικών συσχετισμών.

Αν παρατήσουμε αμαχητί τα όπλα της δημοκρατικής διαβούλευσης (έστω και στην περιοριστική, αστικοδημοκρατική εκδοχή της) αφήνουμε την υπεράσπιση του homo politicus στα νύχια όλων αυτών που μέσα από το δόγμα «pacta sunt servanda» μηχανεύονται την πλήρη απαξίωσή του.

It’ s democracy, λοιπόν. A matter of principle, κόρη οφθαλμού, ζήτημα ζωής και θανάτου. Χαρακτηρισμοί, όπως stupid, αποπνέουν ελιτισμό, διάσταση ανάμεσα σε σοφό διανοούμενο και αμόρφωτη πλέμπα, στην οποία καλείται ο «πεφωτισμένος άριστος» να δώσει τα φώτα του και δηλητηριάζουν εξ αρχής κάθε εγχείρημα που διατείνεται ότι παίρνει στα σοβαρά τη δημοκρατική διαβούλευση.

Εξάλλου, όταν συμμετέχουμε σε έναν αληθινό διάλογο με ειλικρίνεια, ορθολογισμό, ατομική σύνεση, κοινωνική ευαισθησία, με νηφαλιότητα αλλά και διεκδικητικότητα, δεν χρειάζονται χαρακτηρισμοί προς εαυτούς και αλλήλους, για να επιβεβαιώσουμε την ανωτερότητα των επιχειρημάτων μας.

Μας αρκεί και με το παραπάνω για να νιώσουμε γεμάτοι το να βάζουμε το δικό μας λιθαράκι (την προσωπική μας ιδεολογία και στάση ζωής) στον κόσμο που φτιάχνουμε με τις δικές μας σκέψεις και με τα ίδια μας τα χέρια.

O τίτλος του άρθρου αποτελεί παράφραση του «A matter of principle» (Ronald Dworkin), το οποίο αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα έργα φιλοσοφίας του δικαίου του 20ου αιώνα και βιβλίο-σταθμό για το ιδεολογικό ρεύμα του εξισωτικού φιλελευθερισμού ή φιλελεύθερου εξισωτισμού (liberal egalitarianism).

** Δικηγόρος, ΜΔΕ Ιστορίας, Φιλοσοφίας & Κοινωνιολογίας του Δικαίου (ΑΠΘ)