Το οργανωμένο έγκλημα και η παρανομία, που απασχολούν κατά καιρούς τη δημοσιότητα, έχουν αλλάξει στις μέρες μας. Δεν αποτελούν πλέον αποκλειστικότητα ενός μαφιόζικου τύπου υπόκοσμου, αλλά μία από τις πιθανές λύσεις που επιστρατεύονται στην προοπτική της κερδοφορίας από τον υπόκοσμο και τις επιχειρήσεις, είτε αυτοτελώς είτε σε συνεργασία μεταξύ τους.
Σήμερα το οργανωμένο έγκλημα ούτε τόσο κεντρικά οργανωμένο είναι, όπως στερεοτυπικά πιστεύεται, ούτε τόσο διακριτό από τις νόμιμες επιχειρήσεις.
Χρόνια τώρα έχει διαπιστωθεί ότι οι εγκληματικές οργανώσεις επενδύουν τα κέρδη στη νόμιμη οικονομία και έχουν «δανείσει» σε αυτήν τη μεθοδολογία τους, δηλαδή, όλη την τεχνογνωσία βίας και εκβίασης που τις έχει καταστήσει ηγεμονεύουσες.
Εξω από τον έλεγχο του κράτους (καθώς το κράτος δεν μπορεί να επιβάλει τους όρους του), ελέγχουν μέρος της παγκόσμιας οικονομίας.
Το 1999 το 51% της παγκόσμιας οικονομίας ανήκε σε εταιρείες και όχι σε κράτη. Το 2013 η ετήσια συμβολή των παράνομων αγορών ανερχόταν περίπου στο 1% του ΑΕΠ της Ε.Ε., δηλαδή, παρήγαγε κέρδη ύψους 111 δισ. ευρώ.
Οι στρατηγικές αντιμετώπισης όλων αυτών στην Ελλάδα και στην Ε.Ε. είχαν περιορισμένο αποτέλεσμα.
Εστιάζοντας στο κοινό οργανωμένο έγκλημα των συνόρων άφησαν στο απυρόβλητο το κρατικό-εταιρικό και το εταιρικό οργανωμένο έγκλημα, που αναπτύσσεται με συνέργειες μεταξύ ανθρώπων και δικτύων νόμιμης και παράνομης οικονομίας και του επιχειρηματικού κόσμου.
Σε αυτό το πλαίσιο συμβαίνει να εντάσσονται στην ίδια κατηγορία ανάλυσης δύο φαινομενικά διαφορετικές περιπτώσεις που απασχόλησαν τη δημοσιότητα.
Η περίπτωση του «Νουρ 1» και του φορτίου πλέον των δύο τόνων υψηλής καθαρότητας ηρωίνης είναι η μια περίπτωση.
Αν και υπάρχει εμπειρία από τις αρχές (βλ. ενδεικτ. απόφ. Α.Π. 1389/2009), είναι η πρώτη φορά που αποκαλύπτεται η εμπλοκή ονομάτων του επιχειρηματικού κόσμου ιδίως από τον κλάδο της ναυτιλίας και που πρόκειται για ποσότητα ναρκωτικών που τα κέρδη από τη διάθεσή της θα υπερέβαιναν τον προϋπολογισμό πολλών κρατών της Ε.Ε.
Η άλλη περίπτωση αφορά τελείως διαφορετικό αντικείμενο και θέτει υπό συζήτηση τη σχέση κράτους, εταιρειών και ανάπτυξης. Πρόκειται για την υπόθεση στις Σκουριές και την εταιρεία Ελληνικός Χρυσός. Αν και αναφέρεται ως περιβαλλοντικό έγκλημα, είναι γνωστό ότι τα περιβαλλοντικά εγκλήματα υποκρύπτουν συνήθως σειρά άλλων οικονομικών εγκλημάτων.
Τα μέρη εδώ είναι νόμιμα κατ’ αρχήν: το ίδιο το κράτος και η πολιτική εξουσία που κάθε φορά αναπτύσσει συμβατικές σχέσεις με μεγάλες εταιρείες.
Τέτοιες υποθέσεις, αν και αποτελούν μορφές οργανωμένου εγκλήματος (κρατικό-εταιρικό ή εταιρικό έγκλημα), έχουν την ιδιαιτερότητα να ρυθμίζονται από διατάξεις διοικητικού ή αστικού χαρακτήρα και έτσι αποφεύγεται ο στιγματισμός και η κατηγοριοποίησή τους ως εγκλημάτων.
Αναπτύσσονται αντιστρόφως ανάλογα από την εξουσιαστική ικανότητα του κράτους απέναντι στις εταιρείες: υπό το πρίσμα μιας νεοφιλελεύθερης πολιτικής η επιχειρηματική κερδοφορία ανάγεται σε κύριο διακύβευμα της ανάπτυξης και η επικράτησή της πλαισιώνεται και από την υπονόμευση της έκφρασης κάθε αντίθετης φωνής και από εκβιασμούς, συναινέσεις ή ανοχές των ίδιων των θυμάτων της.
Ετσι στην πρώτη περίπτωση που αναφέραμε, η δυσκολία της Δικαιοσύνης αφορά τις υπόγειες διαδρομές μιας νομιμοφανούς επιχειρηματικής δράσης, ενώ στη δεύτερη το κράτος πρέπει να «πείσει» ότι πρόκειται για εγκληματική ή επιβλαβή δράση, με την εταιρεία να αποκτά ρόλο ισότιμου συνομιλητή θέτοντας δημόσια όρους και ρίχνοντας στην απελπισία τους εργαζομένους της.
Και στις δύο περιπτώσεις συσκοτίζεται επικοινωνιακά και νομικά το τι έχει προηγηθεί, ο πραγματικός ρόλος των κέντρων εξουσίας στην Ελλάδα και πώς φτάσαμε έως εδώ.
Σε τέτοιες περιπτώσεις διακυβεύεται το προηγούμενο status quo των πλεγμάτων παράνομων και υπόγειων συμφερόντων, που στην περίπτωσή μας κατέληξαν να έχουν την πραγματική επικυριαρχία της χώρας.
Και τώρα άλλοι μεν ζητούν τα «ρέστα», επειδή «αλλιώς μας τα είχατε πει», άλλοι δε μένουν «ακάλυπτοι», γιατί αυτό το «πάρτι» φαίνεται ότι τελείωσε και θα πρέπει να βρεθεί άλλος δρόμος – πέρασμα για τα καινούργια φορτία.
Τίθεται όμως ένα ακόμα ζήτημα: εάν οι τύποι κυρώσεων που παρέχει ο νόμος μπορούν να εξαντλούνται στο οικονομικό πεδίο.
Ολοι αυτοί που το σύγχρονο οργανωμένο έγκλημα στις διάφορες μορφές του δρα σε βάρος τους, κάπως θα πρέπει να έχουν την αίσθηση ότι το κράτος δεν επιφυλάσσει διαφορετική τύχη σε όσους παραβαίνουν τον νόμο του ανάλογα με την κοινωνική τους τάξη.
*καθηγήτρια στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης
