Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Από καιρό μού είχε κάνει εντύπωση αυτός ο γάτος, έτσι ράθυμα που άπλωνε τη μαυρόασπρη αρίδα του επάνω στις εφημερίδες, να βρει την πιο ζεστή και να κουλουριαστεί γλυκά.

Δεν έδειχνε να ενοχλείται από την πελατεία που ξεφύλλιζε τα νέα, μονάχα μιαν απορία διέκρινες στο βλέμμα του, που αυτά τα δίποδα όντα τις τσαλακώνουν και τις χαλάνε τις εφημερίδες αντί να ξαπλωθούνε πάνω τους να πάρουνε κάνα υπνάκο.

Κι όταν κάποιος πελάτης ήθελε ντε και σώνει να τραβήξει εφημερίδα από τη στοίβα που είχε διαλέξει ο γάτος να στρογγυλοκαθίσει, αυτός θιγμένος σηκωνότανε και πήδαγε απ’ το ράφι· τέντωνε τα ποδάρια του και χασμουριόταν, τάχα, αδιάφορα να μη φανεί πως υποχώρησε και περίμενε να φύγει ο παρείσακτος για να ξαναθρονιαστεί.

Λέγεται πως τα ζώα διαλέγουν τους καλούς ανθρώπους για να προσκολληθούν κι ο εφημεριδόγατος πέτυχε διάνα. Ενα κομμάτι μάλαμα ήτανε ο μπαρμπα-Μήτσος κι η γυναίκα του, που δουλεύανε το μαγαζί καμιά εικοσαριά χρονάκια.

Σημείο συνάντησης είχε γενεί στη γειτονιά, από τα μαγαζάκια εκείνα που θα σταθείς και για μια καλημέρα κι όχι μονάχα για τη συναλλαγή· είχανε μάλιστα αναρτήσει και πίνακα ανακοινώσεων, να βάζουνε οι γειτόνοι τις αγγελίες και τα ενοικιαστήριά τους και να κοινοποιεί τις δράσεις του ο πολιτιστικός σύλλογος της περιοχής. Ανθρωποι ζεστοί, ευγενικοί και τρυφεροί, πάντα με το χαμόγελο και την καλή κουβέντα.

Ξάφνου, μια μέρα, μέσα στις γιορτές, καθώς μπήκα να πάρω την εφημερίδα μου, τους είδα φουρκισμένους. Πριν να προλάβω να καλημερίσω, πέσανε απάνω μου κι οι δυο. «Κάθισε να σου πούμε, να τα γράψεις· το κλείνουμε το μαγαζί, δεν πάει άλλο», αρχινίσανε.

Λέγανε για τον δήμο και τους παραλογισμούς στην άδεια λειτουργίας, για μηχανικούς που τους εξαπάτησαν, για τον σπιτονοικοκύρη που τους πετάει έξω μετά από τόσα χρόνια, για το ΤΕΒΕ που δεν αντέχουν άλλο να πληρώνουνε, για το εγκεφαλικό του μπαρμπα-Μήτσου από τη στεναχώρια του.

Μα πάνω απ’ όλα λέγανε για την άτιμη την εποχή κι όσους μας καταντήσαν ζητιάνους και μας παραπετάξανε στον δρόμο, χωρίς οι ίδιοι να υποστούν συνέπεια καμιά. Τόσο χειμαρρώδεις ήταν, που συνεχώς διέκοπτε ο ένας τον άλλο· ζήτημα να κατάλαβα τα μισά απ’ όσα μου αραδιάσανε. «Να ξέρεις, μέσα σε τόση κρίση, μπορεί να έχουμε χρέη στο Δημόσιο αλλά όλους μας τους προμηθευτές τους έχουμε πληρώσει, φράγκο δεν τους χρωστάμε», καμάρωναν και κλαίγανε ταυτόχρονα. «Για όλα έχουμε χαρτιά, να έρθεις να τα γράψεις», επέμεναν.

Εφυγα τσακισμένος· δεν ξαναφέρανε εφημερίδες από εκείνη την ημέρα, κι όποτε πέρναγα απέξω, μαζεύανε τα πράγματά τους και τα φορτώνανε στ’ αμάξι τους. Πάει ο πίνακας ανακοινώσεων, πάει η τέντα και το μικρό ψυγείο, πάει και το ράφι με τις εφημερίδες. Εκλεισε το ψιλικατζίδικο κι απέμεινε άστεγος ο εφημεριδόγατος, στα γεράματα κι αυτός, να τριγυρνά στη γειτονιά και να γυρεύει μέρος να κουρνιάσει.