Ειρήνη Καλιντζάκη*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Το τελευταίο πεντάμηνο, ανακαλύπτεται, ως νεότευκτο επιχείρημα για το κυβερνητικό κόμμα, ότι το «ασφαλιστικό σύστημα δεν είναι βιώσιμο», στη βάση της «αλληλεγγύης των γενεών», ότι «οι νέοι πληρώνουν για τους γηραιούς» και ότι πρέπει να ληφθούν  υπ’ όψιν και οι επερχόμενες γενιές, ρητορική mainstream για την τελευταία πενταετία, ανεξάρτητα από την όποια βασιμότητα αυτών των παραδοχών.

Ως εάν το ασφαλιστικό σύστημα να ήταν και να είναι ανεξάρτητο και αυτόνομο σε σχέση με το ευρύτερο οικονομικό, πολιτικό, πολιτειακό-κρατικό σύστημα και συνεπώς αυτάρκες.

Ως εάν οι αποφάσεις γι’ αυτό να προέρχονταν από το εσωτερικό του και όχι κυρίως από την πολιτεία και την ευρύτερη οικονομία, αποφάσεις μάλιστα που συχνά απέβησαν σε βάρος του ιδίου του ασφαλιστικού, όπως η ιστορία του κατέδειξε, τις τελευταίες δεκαετίες. Ακριβώς αυτή τη στιγμή, το κράτος αποστασιοποιείται με πραγματιστικό στόμφο, λέγοντας στο ασφαλιστικό το ουτοπικό: «γίνε αυτάρκες», «γίνε βιώσιμο», κοίτα να τα βγάλεις πέρα μόνο σου…

Ταυτόχρονα, και αντιφατικά, το κράτος λέει: «Θα συμβάλω στη βιωσιμότητά σου με τις αποφάσεις που θα λαμβάνω, ενώ σε απομυζώ ταυτόχρονα, αφού κατά παράλογο τρόπο δε διασφαλίζω με τους νόμους μου και τους μηχανισμούς μου, τα πάγια έσοδά σου, πρώτα και κύρια από τις ασφαλιστικές εισφορές και την είσπραξή τους, ενώ σου περικόπτω με τους νόμους μου, τις παροχές σου και τις συντάξεις σου»!

Με άλλα λόγια σε αφήνω να πεθαίνεις (χωρίς τα πάγια έσοδα, τις δέουσες εισφορές που δεν εισπράττω)  για να γίνεις βιώσιμο, ή εγκαταλείπω τους ασφαλισμένους, συνταξιούχους (καθιστώντας τους φτωχότερους), για να σε σώσω. Ένας τρόπος αντιμετώπισης που δύσκολα μπορεί να χαρακτηριστεί αριστερός αλλά ούτε καν λογικός.

Αντιστοίχως, σύμφωνα με την προσέγγιση του Δικαίου και τη νομολογία των ανώτατων αρμόδιων δικαστηρίων, υπενθυμίζεται, μέσω  διαδοχικών αποφάσεων, η υποχρέωση της συμμετοχής του κράτους, της πολιτείας, στην κοινωνική ασφάλιση.

Οι αποφάσεις ΣτΕ 2015 έκριναν ως αντισυνταγματικές τις τελευταίες διατάξεις των νόμων 4051και 4093/2012 και τις αντίστοιχες περικοπές στις συντάξεις που, βέβαια, συνεχίζουν να ισχύουν. Έχει ενδιαφέρον με ποιο τρόπο το νομοσχέδιο που προετοιμάζεται για το ασφαλιστικό, θα ασχοληθεί με τις διατάξεις αυτές, όπως και με τις άλλες μνημονιακές περικοπές.

Παρά το ότι επίκειται η επεξεργασία της πρότασης και του προς διαπραγμάτευση και εξέλιξη σχεδίου για το ασφαλιστικό, πολλά είναι τα ερωτήματα που γεννήθηκαν από τον τρόπο που συζητείται το θέμα στο δημόσιο διάλογο, όλο το τελευταίο διάστημα.

Ήδη είχαν διαχωρισθεί, τον τελευταίο καιρό, στο λεξιλόγιο των δηλώσεων και των διαρροών, οι κύριες από τις επικουρικές συντάξεις. Οι δεύτερες νοούνταν ως «δωράκια», ως να μην αφορούν σε συνταξιοδοτικό εισόδημα, παρά το ότι συχνά αποτελούν το 1/4-1/5 του συνολικού ποσού. Θα περικοπούν μόνον οι επικουρικές όχι οι κύριες, είναι ως να λες σε ένα παιδί θα σου στερήσω μόνο το πατίνι, όχι το ποδήλατο. Γιατί αυτή η διατύπωση μόνο σε παιδί μπορούσε να απευθύνεται.

Πρόσφατα, οι επίσημες κυβερνητικές δηλώσεις δεσμεύτηκαν για καμία μείωση κυρίων συντάξεων, ως προς δε τις επικουρικές για «στόχευση» προς καμία μείωση, ενώ διαρρέονταν ταυτόχρονα και εναλλακτικές εκδοχές για μείωση σε επικουρικές 170 ευρώ και άνω, αν οι θεσμοί επιμείνουν.

Παρά το ότι δεν είναι η καλύτερη αντιμετώπιση στην όποια διεκδικητική εγρήγορση από τους πολίτες-ασφαλισμένους-συνταξιούχους το να θεωρούν κάποιες αποφευκτέες αποφάσεις δεδομένες, επειδή παρίσταται πιθανό να ληφθούν πάλι(κατά το παράδειγμα της τελευταίας πενταετίας- εξαετίας), είναι χρήσιμο να τονισθεί έγκαιρα ότι η αποφυγή τους θα ήταν πραγματικά πρωτότυπα δημιουργική, για την επικείμενη νομοθέτηση.

Όλη την προηγούμενη περίοδο, περικόπηκαν οι συνταξιοδοτικές παροχές με ποσοστά περικοπής όχι επί των καταβαλλόμενων συντάξεων αλλά επί των συντάξεων που ορίζονταν στις συνταξιοδοτικές πράξεις. Οι συντάξεις που ορίζονταν στις συνταξιοδοτικές πράξεις ήταν κατά κανόνα πολύ υψηλότερες από τις τελικώς καταβαλλόμενες, αφού περιείχαν πολλές περικοπές που είχαν μεσολαβήσει.

Μόνον για τις επικουρικές ακολουθήθηκε διαφορετική μέθοδος για την περικοπή υπέρ ΕΟΠΥ, καθώς το ποσοστό περικοπής είχε βάση αναφοράς τις καταβαλλόμενες συντάξεις. Είναι επίφοβο να συνεχισθεί η προκλητική «εξαπάτηση» που ακολουθήθηκε όλη την προηγούμενη περίοδο ή μία ανάλογη, εκτός αν ακολουθηθεί άλλη μέθοδος περικοπής, «μη οριζόντια».

Έχει ενδιαφέρον λ.χ αν τα ενδεικτικά ποσοστά 5,10,15 % των εκδοχών που διέρρευσαν για τις περικοπές των επικουρικών, «από 170 και άνω», θα αναφέρονταν σε καταβαλλόμενες συντάξεις ή, ως απετέλεσε το σύνηθες μέχρι σήμερα, σε συντάξεις όπως καθορίσθηκαν από τις συνταξιοδοτικές πράξεις.

Για να γίνει κατανοητή η σημασία της απροσδιοριστίας της φράσης «περικοπή άνω των 170 ευρώ», χρειάζεται να έχουμε υπ’ όψη μας τα εξής. Εάν επιβαλόταν μείωση με ποσοστό 5-10% σε επικουρική σύνταξη «άνω των 170 ευρώ»,λ.χ. ύψους 195-200 ευρώ(κατά τη συνταξιοδοτική πράξη),η οποία πιθανότατα κατέληξε σήμερα στα 165-166 ευρώ με την προηγούμενη επιβολή των μνημονιακών περικοπών, θα οδηγούσε στην καταβολή ποσού 145 ευρώ.

Ουσιαστικά συνεπώς η μείωση θα επιβαλόταν όχι σε ‘’άνω των 170’’ ευρώ συντάξεις αλλά σε άνω των 165 με ποσοστό περικοπής υπολογιζόμενο σε μεγαλύτερο ‘’ονομαστικό’’ ποσό, αυτό των 195 ευρώ!

Στην πονηρή αυτή διαδικασία επιβολής των μνημονιακών περικοπών –όπως περιγράφηκε παραπάνω-, που δεν έχει «υπάρχει», προσιδιάζει και η «ενημέρωση» που λαμβάνουν πολλοί συνταξιούχοι, κάθε μήνα, με συνταξιοδοτικά ενημερωτικά σημειώματα, υπογραφόμενα από τους αρμόδιους διευθυντικούς παράγοντες των ταμείων, τα οποία αναφέρονται και στα «ακαθάριστα» ποσά (χαρακτηρίζοντας πολλά εξ αυτών ως «ακαθάριστα» και τα αθροίσματα κυρίων και επικουρικών συντάξεων!).

Στη μηχανογραφική εφαρμογή της ΗΔΙΚΑ Α.Ε. «εκκαθαρίζονται» έγκαιρα τα ποσά αυτά, σύμφωνα με τους μνημονιακούς νόμους. Εν τούτοις, τα «ακαθάριστα» ποσά παραμένουν σε περίοπτη θέση στα μηνιαία σημειώματα, ώστε ο συνταξιούχος να συνεχίσει να «ενημερώνεται», κατά μήνα, επί έτη, για τη σύνταξη που πάλαι ποτέ του απενεμήθη! Πιθανώς τρία έτη πριν και πιθανώς ουδέποτε εισέπραξε στο αναφερόμενο ύψος γιατί άμεσα μεσολάβησαν οι διαδοχικές περικοπές.

Είναι απορίας άξιο γιατί, εκτός του καταβαλλόμενου ποσού γίνεται επί έτη αναφορά, στα μηναία ενημερωτικά σημειώματα, σε ένα ονομαστικό ποσό που δε χρησιμεύει, κατά τον τρόπο που τοποθετείται, χωρίς ανάλυση, σε καμία ενημέρωση για το πώς το αναγραφόμενο καταβαλλόμενο ποσό έχει καταλήξει.(Σε άλλες εποχές ενός κράτους δικαίου, η αμφιλεγόμενη αυτή μηνιαία ενημέρωση του συνταξιούχου μπορεί να αποτελούσε μέχρι και απασχόληση εισαγγελικού λειτουργού. Σήμερα, αυτά συνιστούν ψιλά γράμματα, το πολύ να απασχολήσουν το Συνήγορο του Πολίτη).

Τα «υπέρογκα» ποσά των συνταξιοδοτικών πράξεων, ίσως  έλαβε υπόψη προ δύο περίπου μηνών και η ενημερωτική εκπομπή του ΣΚΑΪ όταν, «από στοιχεία της ΗΔΙΚΑ και του Υπουργείου Εργασίας», όταν  «ενημέρωνε» ότι οι συνταξιούχοι «45 περίπου ετών» που «είναι….τόσοι…λαμβάνουν …τόση σύνταξη», χωρίς να προβληματίζεται ταυτόχρονα πώς είναι δυνατό να προκύπτουν τόσο μεγάλα ποσά μειωμένων συντάξεων, με το δεδομένο ότι μειώσεις επιβλήθηκαν ακόμη και με βάση την προϊσχύουσα νομοθεσία πριν το 2010, λόγω του πρόωρου της συνταξιοδότησης.

Στην ενημέρωση από τις στατιστικές αυτού του τύπου της αντιπολιτευόμενης πλευράς του πολιτικού συστήματος, δε βοηθά το πέπλο μυστηρίου που ενισχύεται από την κυβέρνηση όταν, την ίδια στιγμή που δε διοχετεύει στατιστικά στοιχεία στο δημόσιο διάλογο, μέσω των εκπροσώπων της ,ασχολείται με το να πείσει ότι δε θα περικοπούν οι συντάξεις.

Η μη επιλογή κοινής και σαφούς ορολογίας στην πλειονότητα των ομιλητών (κυβερνώντων, αντιπολιτευόμενων, δημοσιογράφων και άλλων) στο πεδίο του δημόσιου διαλόγου, είτε από άγνοια αλλά είτε κι από σκοπιμότητα, έχει ως αποτέλεσμα τη χειραγώγηση της κοινής γνώμης. Ήδη τείνουν να χαρακτηριστούν ως διπλοσυνταξιούχοι (!) ασφαλισμένοι από μία επαγγελματική-εργασιακή πηγή που είχαν κύρια και επικουρική ασφάλιση.

Ο διάλογος αυτού του είδους καταλήγει σε συνεννόηση κωφών, ενώ εμφανίζει ως δίκαια επιχειρήματα τύπου κ. Λεβέντη περί πλαφόν συντάξεων στα 1.500 ευρώ γενικά, πρόταση που επί της αρχής παρίσταται λογική και ‘’εξισωτική’’, στην πραγματικότητα όμως, τιθέμενη αόριστα και χωρίς σαφή προσδιορισμό, καθίσταται πονηρή.

Ο μη σαφής προσδιορισμός, σε τι είδους συνταξιοδοτικές παροχές αναφέρονται οι ομιλούντες, -και στη συνέχεια οι   νομοθετούντες, -αν είναι κύριες, επικουρικές, από ποια πηγή, το μόνο που εξυπηρετεί είναι επικοινωνιακούς στόχους στο δημόσιο διάλογο. Στο όποιο δε νομοθετικό κείμενο λειτουργεί, πλέον, παραπλανητικά.

Στο κείμενο της κυβερνητικής πρότασης, επί του παρόντος, τα ανώτατα πλαφόν  αναφέρονται στην καταβαλλόμενη σύνταξη είτε στο άθροισμα των καταβαλλόμενων συντάξεων. Μένει να διευκρινισθεί ακριβώς εξ αρχής και ρητά στο όποιο νομοσχέδιο-και όχι σε εγκυκλίους κλπ.- στο ποιες συντάξεις εννοεί ακριβώς, όταν και αν θα αναφερθεί, ο νομοθέτης, ως δύο, τρεις κλπ., κύριες-επικουρικές, από ποια πηγή  ως επίσης και πώς η εφαρμογή του νέου νόμου θα επηρεάσει τις  διατάξεις των μέχρι σήμερα περικοπών.

Περαιτέρω, η επικοινωνιακή υπόσχεση ότι δε θα θιγούν οι κύριες συντάξεις εξανεμίσθηκε εν μία νυκτί με τα ποσοστά αναπλήρωσης  για την αναλογική σύνταξη, πέραν της εθνικής, που φαίνεται να μειώνονται15-20%,τουλάχιστον μεσοσταθμικά, φθάνοντας μετά βίας στα 55% (περίπου ίσως 60% συμπεριλαμβανομένης της εθνικής σύνταξης). Αυτό συγκρινόμενο με ό,τι ισχύει μέχρι σήμερα για το κάθε επί μέρους ταμείο, ΙΚΑ, Δημόσιο κλπ., στο τελευταίο μάλιστα μέχρι και 70-80%.

Η μείωση κλιμακώνεται μειούμενη, σε βάρος των χρόνων ασφάλισης, και ενώ μπορεί να μη θίγονται όσοι έχουν 15 έτη ασφάλισης, θίγεται η πλειοψηφία των συνταξιούχων (τουλάχιστον 60%) που είναι με 25 έτη ασφάλισης και άνω, οι οποίοι μπορεί να λαμβάνουν τη «μέση» σύνταξη μέχρι 800 ευρώ περίπου, είτε τη θεωρούμενη «υψηλή», περί τα 1000 ευρώ και άνω. Επίσης, ο μέσος συντάξιμος μισθός προκύπτει από το σύνολο του ασφαλιστικού βίου και όχι από επιμέρους περιόδους.

Τα ποσοστά αναπλήρωσης, με ότι συνεπάγονται στην εφαρμογή τους ,ισχύουν  για τους νέους συνταξιούχους ,τους μετά την ισχύ των νέων διατάξεων, και θίγουν αρχικά αυτούς, με την επιφύλαξη της όποιας μελλοντικής αύξησης, κατά τη ρήτρα ανάπτυξης. Εν τούτοις  η προστασία που παρέχεται στους ήδη συνταξιούχους(για τους οποίους θεωρείται ότι θα ισχύσουν τα ίδια ποσοστά), για τα τρία περίπου επόμενα έτη,2016-2019, μέσω της προσωπικής διαφοράς, είναι εντελώς επίφοβο αν θα συνεχισθεί μετά την τριετία, λόγω του ασαφούς του κειμένου για την «προσωπική διαφορά», παρά τις πρόσφατες εκ των υστέρων προφορικές διαβεβαιώσεις της κυβέρνησης.

Στην τριετία, οι ήδη καταβαλλόμενες συντάξεις θα αντιστοιχούνται με τις συντάξεις των νέων συνταξιούχων, όπως θα έχουν διαμορφωθεί σύμφωνα με τους ρυθμούς ανάπτυξης της οικονομίας(ρήτρα ανάπτυξης).

Σε κάθε περίπτωση,  όχι μόνον οι νέοι συνταξιούχοι, οι μετά την εφαρμογή του νόμου, αλλά και οι παλαιοί, θα πρέπει να εύχονται να υπάρχει θεαματική ανάπτυξη (!), πράγμα εξαιρετικά δύσκολο, για την τετραετία και πέρα, αλλιώς τότε, θα συναντηθούν και οι δύο κατηγορίες συνταξιούχων στη… φτωχοποίηση. Για τους δεύτερους δε, τους παλιούς, υπάρχει και η λύση……τότε, να…..αρχίζουν  να φεύγουν από τη ζωή, ως μεγαλύτεροι, αν η προσωπική διαφορά δε διατηρηθεί και μετά την τριετία.

Για τις επικουρικές συντάξεις, για τις οποίες έχουν προδιατυπωθεί κάποιες επιμέρους προσεγγίσεις για την πιθανή μείωση από τα 170 ευρώ και πάνω, εκτιμάται μια πιθανολογούμενη μείωση τουλάχιστον 10%, με νέο υπολογισμό και ρήτρα βιωσιμότητας των ταμείων, αύξηση εισφορών και χρήση αποθεματικών.

Σε όλα τα παραπάνω έρχεται να προστεθεί στην πρόταση της κυβέρνησης και η σπασμωδική ενοποίηση των ταμείων, σε ένα, αντί σε τρία που θα ήταν η επί του παρόντος  ενδεδειγμένη μεταβατική κατάσταση.

Επί του παρόντος, συνοπτικά αλλά… και προληπτικά ομιλώντας, ο καχύποπτος τρόπος σκέψης στον οποίο η εμπειρία ιδιαιτέρως της τελευταίας πενταετίας μας έχει οδηγήσει, αποκαλύπτει ότι οι προτείνοντες κατέληξαν, ρεαλιστικά, στο συμπέρασμα  ότι οι μνημονιακές περικοπές δεν συμφέρει, πραγματικά-λογιστικά να ανατραπούν, για εισπρακτικούς λόγους.

Έτσι, φαίνεται ότι η πρόταση για το ασφαλιστικό ακολουθεί το γενικό πλαίσιο του νόμου Λοβέρδου, αλλά με αβέβαιη αναδρομικότητα στους σημερινούς συνταξιούχους –μετά την τριετία- και με άμεση εφαρμογή, χωρίς μακρόχρονη μεταβατικότητα. Έτσι, η πρόταση της κυβέρνησης μπορεί να παρέχει ένα άλλοθι νομιμοποίησης «μέσω διαδικασίας», όπου ακόμα και με την υποθετική τυπική κατάργηση των περικοπών που μεσολάβησαν, μπορεί να ικανοποιεί όλες τις πλευρές (εισπρακτικούς στόχους, συνταγματική νομιμότητα).

Δε φαίνεται όμως κατά ποίο τρόπο θα εξασφαλίζει τη βιωσιμότητα των ασφαλισμένων και ήδη συνταξιούχων (το αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης ως αρχή έχει προ πολλού εγκαταλειφθεί), αφού αυτή εξαρτάται από πολλά «εάν», μεταξύ των οποίων η ανεπιφύλακτη στήριξη των εσόδων των ασφαλιστικών ταμείων στη θέση των περικοπών των δαπανών, αλλά και η πολύ καλή γενικότερη εξέλιξη των πραγμάτων, διαπραγμάτευσης, οικονομίας κλπ. που παρίσταται εξαιρετικά αβέβαιη.