Η φράση του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη ότι «πατριωτισμός είναι τα Rafale στο Αιγαίο και ο φράχτης στον Εβρο» δεν είναι απλώς μια πολιτική διατύπωση. Είναι μια ολόκληρη ιδεολογική αντίληψη για το τι σημαίνει πατρίδα, κοινωνία, ασφάλεια και δημοκρατία. Και ακριβώς γι’ αυτό είναι μια βαθιά συντηρητική, δεξιά και τελικά επικίνδυνη αντίληψη για τη χώρα. Διότι ο πατριωτισμός δεν μπορεί να ορίζεται αποκλειστικά από στρατιωτικούς εξοπλισμούς και συρματοπλέγματα. Μια κοινωνία που μαθαίνει να αγαπά την πατρίδα μόνο μέσα από όπλα, φόβο και αποκλεισμούς κινδυνεύει να χάσει την ίδια την ψυχή της.
Τα Rafale είναι πολεμικά αεροσκάφη. Ο φράχτης είναι ένα τεχνικό έργο αποτροπής. Το κράτος οφείλει ασφαλώς να προστατεύει τα σύνορά του και να διαθέτει αμυντική ικανότητα. Κανένας σοβαρός άνθρωπος δεν υποστηρίζει το αντίθετο. Ομως άλλο πράγμα η αναγκαία άμυνα ενός κράτους και άλλο η μετατροπή της στρατιωτικής ισχύος σε ανώτατη ηθική αξία του έθνους. Ο πραγματικός πατριωτισμός δεν μετριέται με δισεκατομμύρια εξοπλισμών. Μετριέται με το αν οι νέοι μπορούν να ζήσουν με αξιοπρέπεια στη χώρα τους. Με το αν ένα παιδί σε λαϊκή συνοικία έχει ίσες ευκαιρίες μόρφωσης. Με το αν ένας ηλικιωμένος βρίσκει δημόσιο νοσοκομείο. Με το αν η εργασία αμείβεται δίκαια. Με το αν η κοινωνία παράγει πολιτισμό, επιστήμη και δημοκρατία.
Μια χώρα δεν γίνεται ισχυρή μόνο επειδή αγοράζει όπλα. Γίνεται ισχυρή όταν διαθέτει μορφωμένους πολίτες, παραγωγική οικονομία, κοινωνική συνοχή και εμπιστοσύνη στους θεσμούς. Η σοσιαλιστική παράδοση στην Ευρώπη οικοδόμησε ακριβώς αυτή την ιδέα: ότι η πατρίδα είναι πρωτίστως κοινότητα ανθρώπων και όχι στρατιωτικό στρατόπεδο.
Η Ιστορία διδάσκει ότι οι κοινωνίες που υπερτονίζουν την ασφάλεια εις βάρος της κοινωνικής δικαιοσύνης οδηγούνται συχνά σε αυταρχικές λογικές. Οταν ο πολίτης μαθαίνει ότι «πατριωτισμός» σημαίνει σύνορα, στρατός και αποκλεισμοί, τότε εύκολα αρχίζει να αντιμετωπίζει ως εχθρό τον διαφορετικό, τον ξένο, ακόμη και τον πολιτικό αντίπαλο.
Ο φράχτης στον Εβρο παρουσιάζεται ως σύμβολο εθνικής αποφασιστικότητας. Ομως ένας φράχτης είναι πάντοτε και σύμβολο αποτυχίας της διεθνούς πολιτικής και της ανθρώπινης αλληλεγγύης. Οι πρόσφυγες δεν είναι αφηρημένοι αριθμοί· είναι άνθρωποι που συχνά προέρχονται από πολέμους, φτώχεια και καταστροφές στις οποίες η ίδια η Δύση έχει συμμετάσχει άμεσα ή έμμεσα. Η Αριστερά και ο δημοκρατικός σοσιαλισμός δεν αρνούνται την ανάγκη φύλαξης συνόρων. Αρνούνται όμως να μετατρέψουν τον φόβο απέναντι στον ξένο σε θεμέλιο εθνικής ταυτότητας.
Το ίδιο ισχύει και για τα Rafale. Η Ελλάδα πράγματι χρειάζεται αποτρεπτική ισχύ σε μια δύσκολη γεωπολιτική περιοχή. Αλλά όταν η κυβέρνηση παρουσιάζει τα πανάκριβα εξοπλιστικά προγράμματα ως κορυφαία μορφή πατριωτισμού, τότε στέλνει ένα σαφές πολιτικό μήνυμα: ότι η εθνική υπερηφάνεια δεν βρίσκεται στο δημόσιο πανεπιστήμιο, στην έρευνα, στον πολιτισμό ή στο κοινωνικό κράτος, αλλά στις αγορές όπλων.
Αυτό είναι μια βαθιά νεοσυντηρητική αντίληψη. Διότι υποβαθμίζει τον κοινωνικό άνθρωπο και εξυψώνει το κράτος ασφαλείας. Αντί να ενώνει τους πολίτες μέσα από ένα κοινό όραμα προόδου, τους συσπειρώνει γύρω από εξωτερικούς κινδύνους και διαρκείς απειλές. Ο σοσιαλιστικός πατριωτισμός είναι διαφορετικός. Δεν μισεί άλλους λαούς. Δεν δοξάζει τον μιλιταρισμό. Δεν θεωρεί ότι το έθνος ισχυροποιείται μέσα από τον φόβο. Πιστεύει ότι πραγματική εθνική δύναμη σημαίνει δημόσια παιδεία, ισχυρή υγεία, κοινωνική αλληλεγγύη, παραγωγική ανασυγκρότηση, επιστημονική δημιουργία και ειρηνική συνύπαρξη των λαών.
Πατριωτισμός είναι να μη φεύγουν οι νέοι επιστήμονες στο εξωτερικό. Πατριωτισμός είναι να μην πεθαίνει ο ασθενής επειδή δεν υπάρχει προσωπικό στο ΕΣΥ. Πατριωτισμός είναι να προστατεύεις το φυσικό περιβάλλον, τη δημοκρατία και την ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Πατριωτισμός είναι να μπορεί ένας λαός να ζει χωρίς φόβο, χωρίς φτώχεια και χωρίς κοινωνική ταπείνωση. Τα αεροπλάνα και οι φράχτες δεν μπορούν να υποκαταστήσουν αυτή την ιδέα της πατρίδας. Γιατί στο τέλος, τα έθνη δεν σώζονται μόνο με όπλα. Σώζονται όταν οι άνθρωποί τους πιστεύουν ότι αξίζει να ζουν μαζί, ισότιμα και ελεύθερα.
* Ομότιμος καθηγητής ΕΜΠ, πρ. πρύτανης
