Πόσο γρήγορα πέρασαν δεκαεπτά χρόνια. Πόσο γρήγορα πέρασαν οι μέρες του περασμένου καλοκαιριού με το κύμα να γλείφει τα πόδια μου στο γεμάτο παιδιά και χαρούμενες φωνές ακρογιάλι. Πόσο αστραπιαία πέρασαν οι πρώτες μέρες του περασμένου Σεπτέμβρη, μέχρι ν’ αρχίσει πάλι αυτό το ατέρμονο σφίξιμο στο στομάχι, το μούδιασμα ανάμεσα στα σκέλια μου, η γνωστή αγωνία που κάνει ακόμα και το «καλημέρα μαμά» να κρύβει έναν λυγμό.
Σας έβλεπα όλους να ξυπνάτε με την ίδια αγωνία να προλάβετε κι εσείς τον χρόνο, να καλύψετε τις ανάγκες, να πληρωθούν τα χρέη, βιαστικοί και απόμακροι, κλεισμένοι στον εαυτό σας κρύβοντας αυτό που κι εσείς κι εγώ αισθανόμαστε με κολλημένες στο στόμα τις λέξεις: Πού είναι η αγάπη σε όλα αυτά;
Εξω, στον δρόμο, όλα ξένα, ξένοι θόρυβοι μηχανών, ξένες φωνές ανθρώπων, ξένες τσιμεντένιες προσόψεις, ακόμα και το κελάηδισμα των πουλιών ξένο. Η πόρτα του σχολείου, ξένη κι αυτή. Η αίθουσα με τα θρανία και τους χάρτες στους τοίχους, οι κιμωλίες, τα φώτα στο ταβάνι, το μωσαϊκό, όλα ξένα. Με κολλημένες στο στόμα τις λέξεις: Πού είναι η ομορφιά στη ζωή μας;
Και αμέσως μετά τα καθήκοντα, η μισολυμένη άσκηση στα μαθηματικά, η αδυναμία μου να καταλάβω τον τρόπο που λειτουργεί το γενετικό υλικό, πόσο σημαντικό να ξέρω ποια είναι η χρησιμότητα των μικροοργανισμών στη βιομηχανία, αλλά κι αυτές οι ενδοιαστικές προτάσεις ποιες είναι; Η συμμαθήτριά μου με τα εικοσάρια γιατί με κοιτάει και χαμογελά; Τ’ αγόρια γιατί κοιτάνε αλλού και δεν μου ρίχνουν μια ματιά; Πόσο πονάει η μοναξιά όταν αυτή έχει γίνει ο σύντροφός σου. Με κολλημένες στο στόμα τις λέξεις: Πού είναι ο έρωτας στην καρδιά μας;
Πώς θα καταφέρω να μάθω όλα αυτά τα τόσο σημαντικά πράγματα όπως όλοι, γονείς, καθηγητές, συγγενείς, μου λένε; Πώς δεν θα απογοητεύσω αυτούς που με φροντίζουν; Πώς θα μπορέσω να κάνω όλα τα πρέπει και θέλω και μπορώ και τέλειωσε επιτέλους; Κι αυτές οι λίγες στιγμές ξενοιασιάς στα σόσιαλ, που όλοι λένε ότι δεν έχουν τίποτα να μου προσφέρουν ενώ την ίδια στιγμή τους βλέπω να μη μιλούν αλλά να παίζουν με το κινητό, πόσο ψεύτικες και βαρετές μοιάζουν.
Πόσο αργά, εξοντωτικά αργά περνάνε ετούτες οι στιγμές της θλίψης. Ακόμα και η επιτυχία έχει μια ακόμα πιο βαθιά θλίψη. Γιατί πρέπει να μείνεις εκεί δίπλα της και αύριο και μεθαύριο, να την κυνηγάς, να δουλεύεις ασταμάτητα και πάντα να έχεις στο μυαλό σου ότι έτσι μόνο θα γίνεις ίση με τους άντρες, όπως λένε αυτοί που ξέρουν. Κι έχουνε δίκιο. Κοιτάζω με φθόνο, δεν μπορώ να το κρύψω, όλες αυτές τις ωραίες επιτυχημένες γυναίκες με τα φουσκωμένα χείλια, το γυμνασμένο σώμα και τις σινιέ τις τσάντες να γελάνε δείχνοντας τα κατάλευκα δόντια τους στις οθόνες, στις φωτογραφίες, στα ταξίδια σε μέρη εξωτικά, ξέροντας μέσα μου ότι δεν θα μπορέσω ποτέ να τους μοιάσω.
Εγώ όμως είμαι άλλο παιδί. Ισως να υπάρχουν κι άλλα παιδιά που αισθάνονται όπως κι εγώ, ίσως όλα τα παιδιά να αισθάνονται όπως κι εγώ και απλά δεν μπορούν να το πουν στους άλλους γιατί θα τα μαλώσουν. Ισως, δεν ξέρω. Εγώ μόνο μια φίλη να μιλήσω έχω. Μια φίλη που μου μοιάζει. Κι αυτή ρωτάει: Πού είναι η αγάπη; Πού είναι η ομορφιά; Πού είναι ο έρωτας; Γιατί η ζωή στο πριν ήταν ωραία και στο μετά φαντάζει τόσο δύσκολη και σκληρή; Τόσο ανούσια;
Τώρα σας γράφω από την ταράτσα. Είμαστε οι δυο μας κρατώντας η μία το χέρι της άλλης μπροστά στο άσπρο στηθαίο. Από κάποιο ραδιόφωνο ακούγεται ένα τραγούδι, αυτό που θα πάει στον διαγωνισμό, και κάποιος να λέει:
«Κοίτα μαμά. Οσα στερηθήκαμε παλιά. Νιώθω πως θα καταφέρω να προσφέρω μη μας λείψει κάτι ξανά. Δες με μαμά. Αγοράζω να κλείσω κενά. Θα σου πάρω κι εσένα πολλά. Σπίτια, αμάξια και εξοχικά».
Εγώ σας ζητάω συγγνώμη. Δεν θα μπορέσω να τα κάνω όλα αυτά γιατί «Μαμά, μπαμπά, αυτός ο κόσμος δεν είναι πια για μένα».
