Ενόψει των τελευταίων γεωπολιτικών αναταράξεων στις διεθνείς πολιτικοοικονομικές σχέσεις θεωρήθηκε σκόπιμο, στο πλαίσιο των αυτονόητων εθνικών προβληματισμών, να αναφερθούν εδώ συνοπτικά μερικά από τα σπουδαιότερα αρνητικά δεδομένα της εθνικής μας οικονομίας, που ο ρόλος τους στη διαγραφόμενη μελλοντική διαδικασία της οικονομικής ανάπτυξης θεωρείται ιδιαίτερα κρίσιμος. Πρόκειται για τον συγκριτικά μικρό πολυδιάσπαρτο κλήρο και τις δυσμενείς εδαφολογικές συνθήκες του αγροτικού τομέα σε συνδυασμό με την κλαδικά αποδιαρθρωμένη και τεχνικά πλήρως εξαρτημένη μεταποιητική μας βιομηχανία. Τα από αναπτυξιακής σκοπιάς αρνητικά αυτά δεδομένα συγκροτούν το ισχύον σήμερα εθνικό παραγωγικό μας σύστημα. Η αντιμετώπιση των αρνητικών αυτών δεδομένων αντί να αποτελέσει αντικείμενο δημόσιας προγραμματικής παρέμβασης, αφέθηκε τελικά στην επιθυμητή επίδραση της εφαρμοζόμενης νεοφιλελεύθερης πολιτικής. Η επιβληθείσα αδρανοποίηση της παρεμβατικής λειτουργίας του κράτους όχι μόνο δεν βελτίωσε το προβληματικό εθνικό σύστημα παραγωγής αλλά επιδείνωσε ακόμη περισσότερο τις δομικές του αδυναμίες.
Η σημερινή κυβέρνηση, παρά την ογκούμενη δυσαρέσκεια της κοινωνικής πλειοψηφίας, συνέχισε, καθ’ όλη την τελευταία 7ετία, να εφαρμόζει τις αρχές της νεοφιλελεύθερης θεωρίας. Κατάφερε δε μέσω περικοπών στις δημόσιες δαπάνες, της πληθωριστικής αύξησης των φορολογικών εσόδων (κυρίως από ΦΠΑ) και μικρής μείωσης της φοροδιαφυγής, να δημιουργήσει υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα εις βάρος, κατά κύριο λόγο, των δημόσιων εισοδηματικών και κοινωνικών δαπανών. Με την «ενάρετη» αυτή δημοσιονομική πολιτική πέτυχε η κυβέρνηση να προκαλέσει από το ένα μέρος την ενθουσιώδη επιδοκιμασία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και από το άλλο την αύξουσα αντίθεση της οικονομικά καταπιεζόμενης πλειοψηφίας της ελληνικής κοινωνίας, που η κυβέρνηση προσπαθεί να κατευνάσει με μικρά εφάπαξ επιδοματικά βοηθήματα. Ας σημειωθεί ότι η μικρόψυχη αυτή αντιμετώπιση των οικονομικά ευάλωτων πολιτών συνέβη σε μια περίοδο όπου η κυβέρνηση διέθετε πακτωλό χρηματικών μέσων.
Η μετά την εκπνοή των μνημονίων κοινωνικά προκλητική ανισοκατανομή του εισοδήματος με φτωχοποίηση μεγάλου τμήματος του ελληνικού πληθυσμού, η εκτόξευση του εμπορικού ελλείμματος, του δημόσιου και ιδιωτικού χρέους, η υποβάθμιση των υπηρεσιών υγείας, παιδείας και συγκοινωνιών, η ερήμωση της υπαίθρου, η φυγή των νέων επιστημόνων στο εξωτερικό, το δημογραφικό πρόβλημα και η παγιοποίηση της εξάρτησης από τα χρηματοδοτικά ταμεία της Ευρωπαϊκής Ενωσης αποτελούν λογικό επακόλουθο της λειτουργικής αλληλεπίδρασης μεταξύ του αναποτελεσματικού παραγωγικού συστήματος και της εφαρμοζόμενης νεοφιλελεύθερης θεωρίας. Στο σημείο αυτό πρέπει να τονισθεί ότι εξαιτίας της προϊούσας κατάρρευσης των γενικών αρχών της παγκοσμιοποίησης, και της αβεβαιότητας ως προς την τελική έκβαση της ουκρανικής και ιρανικής πολεμικής σύρραξης, η συνέχιση της μέχρι τώρα ασκούμενης νεοφιλελεύθερης πολιτικής δεν μπορεί παρά μόνο υπό δυσμενέστερους για την κοινωνική πλειοψηφία όρους να πραγματοποιηθεί. To προβαλλόμενο συνήθως επιχείρημα περί διατήρησης της πολιτικής σταθερότητας με δελεαστικό συμπλήρωμα τα μικρά εφάπαξ επιδοματικά βοηθήματα δεν φαίνεται να βρίσκει πλέον αισιόδοξο για το κυβερνητικό κόμμα αντίκτυπο στη μεγάλη εκλογική πλειοψηφία των μη προνομιούχων Ελλήνων πολιτών.
Είναι προφανές ότι μόνο η προγραμματική παρέμβαση του εκσυγχρονισμένου δημόσιου τομέα μπορεί να ανασυγκροτήσει το εθνικό παραγωγικό σύστημα, να βελτιώσει αισθητά την αποτελεσματικότητά του και μέσω αυτού τη βαθμιαία επίτευξη της οικονομικά αυτοτροφοδοτούμενης, κοινωνικά δικαιότερης και εθνικά ισχυρότερης οικονομικής ανάπτυξης.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν η κατακερματισμένη προοδευτική αντιπολίτευση διαισθανθεί την ιστορική ανάγκη να συμφωνήσει πολιτικά α) στη συγκρότηση μιας εναλλακτικής προς την εφαρμοζόμενη από την κυβέρνηση νεοφιλελεύθερης πολιτικής, που να βελτιώνει, στο μέτρο του δυνατού, τις συνθήκες ζωής των εργαζόμενων πολιτών και β) στη σύνταξη ενός 5ετούς, υποχρεωτικού για τον δημόσιο τομέα, ενδεικτικού τύπου προγράμματος οικονομικής ανάπτυξης με βασικό σκοπό τον εκσυγχρονισμό του εθνικού παραγωγικού μας συστήματος. Απώτερος στόχος του προγράμματος θα μπορούσε να είναι η κατά προτεραιότητα υποκατάσταση μερικών σημαντικών για την εθνική οικονομία εισαγωγών.
Το περισσότερο κατάλληλο πρόσωπο για την επόπτευση της εθνικά αναγκαίας αυτής προσπάθειας φαίνεται ότι στην παρούσα πολιτική συγκυρία είναι αναμφίβολα ο πρώην πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας.
*Ομότιμου καθηγητή Πανεπιστημίου Πατρών
