Παρά τις κυβερνητικές εξαγγελίες περί «γενναίας στήριξης» των ενοικιαστών μέσω της επιστροφής ενός ενοικίου ετησίως, το μέτρο στεγαστικής πολιτικής δείχνει να μην ανταποκρίνεται πλήρως στις ανάγκες της αγοράς και να στερείται ενός πιο ολοκληρωμένου στρατηγικού σχεδιασμού. Το ζήτημα αυτό γίνεται ακόμη πιο εμφανές αν ληφθεί υπόψη ότι, σύμφωνα με πρόσφατη έκθεση της Ευρ. Επιτροπής, τα κράτη που επέλεξαν να ενισχύσουν αποκλειστικά τη ζήτηση –μέσω επιδοτήσεων ενοικίων ή στεγαστικών δανείων- χωρίς να αυξήσουν την προσφορά κατοικιών, τελικά είδαν τις τιμές να εκτοξεύονται.
Σύμφωνα με την Eurostat, το 70% των νέων ηλικίας 18 έως 34 ετών (400.000 νέοι) εξακολουθεί να διαμένει στο παιδικό του δωμάτιο, αδυνατώντας να αποκτήσει στεγαστική ανεξαρτησία. Παράλληλα, το 42,3% των πολιτών διαβιοί σε νοικοκυριά που εμφανίζουν ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις είτε στο ενοίκιο, είτε σε στεγαστικό δάνειο, είτε σε λογαριασμούς κοινής ωφέλειας.
Για λόγους σύγκρισης, η δεύτερη χώρα στην αντίστοιχη ευρωπαϊκή κατάταξη, ήτοι η Βουλγαρία, εμφανίζει ποσοστό 18,8%, ενώ ο μέσος όρος της Ευρωπαϊκής Ενωσης διαμορφώνεται στο 9,3%. Τα δεδομένα αυτά καταδεικνύουν ότι η Ελλάδα αντιμετωπίζει βαθιά στεγαστική κρίση και είναι πρωταθλήτρια στο κόστος στέγασης στο σύνολο των χωρών της Ε.Ε.
Τα ενοίκια «τρέχουν» πιο γρήγορα από τους μισθούς
Η πορεία των ενοικίων στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια κινείται με αισθητά ταχύτερο ρυθμό από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Στην Ευρωπαϊκή Ενωση, την περίοδο 2010-2024, τα ενοίκια αυξήθηκαν συνολικά κατά περίπου 25%, ενώ το 2025 σημείωσαν ετήσια άνοδο 3,2%.
Αντίθετα, στην Ελλάδα, από το 2017 έως το 2025 η σωρευτική αύξηση διαμορφώθηκε μεταξύ 45% και 60%, με το 2025 να καταγράφει +10,1%, κυρίως στα μεγάλα αστικά κέντρα όπου οι πιέσεις είναι εντονότερες. Την ίδια στιγμή, οι μισθοί δεν ακολουθούν αντίστοιχη ανοδική πορεία, ενώ η χώρα καταγράφει τη χαμηλότερη θέση στην Ευρωπαϊκή Ενωση ως προς την αγοραστική δύναμη των πολιτών.
«Επίδομα» χωρίς διαρθρωτικό χαρακτήρα
Παρουσιάστηκε ως σημαντική κοινωνική παρέμβαση η επιστροφή «ενός ενοικίου», ωστόσο η πραγματική εμβέλεια και η επίδραση του μέτρου είναι πιο περιορισμένη σε σχέση με τις στεγαστικές ανάγκες σήμερα. Στην αρχική μορφή του μέτρου προβλεπόταν κόστος 230 εκατ. ευρώ για 948.000 νοικοκυριά, με μέσο όφελος 242 ευρώ ετησίως. Στη νέα εκδοχή προστίθενται 25 εκατ. ευρώ, περίπου 70.000 νέοι δικαιούχοι και μέσο ποσό 372 ευρώ.
Το μέτρο παραμένει επιδοματικού χαρακτήρα, χωρίς διαρθρωτικές λύσεις που να συγκρατούν τις τιμές ή να αυξάνουν την προσφορά κατοικίας. Αρκεί μια νέα αύξηση ενοικίου 10% για να εξανεμιστεί κάθε προσωρινό όφελος.
Αναγκαία μια πραγματική στεγαστική πολιτική
Η στεγαστική πολιτική δεν μπορεί να στηρίζεται σε αποσπασματικές παροχές. Χρειάζονται δράσεις με πραγματικό κοινωνικό αντίκτυπο και μακροπρόθεσμη στόχευση. Με το ίδιο αρχικό δημοσιονομικό κόστος των 230 εκατ. ευρώ, δεδομένου ότι το μέτρο προβλέπεται ως μόνιμο, θα μπορούσαν να υλοποιηθούν παρεμβάσεις με σαφώς μεγαλύτερη ουσιαστική απόδοση:
1) Κατασκευή 2.045 κατοικιών 75 τ.μ. ετησίως σε οικόπεδα του Δημοσίου, ώστε να διατεθούν σε προσιτά ενοίκια χωρίς τη συμμετοχή ιδιωτών επενδυτών σε καθεστώς κοινωνικής αντιπαροχής.
2) Εναλλακτικά, κατασκευή 4.380 φοιτητικών κατοικιών 35 τ.μ. ετησίως, προσφέροντας άμεση λύση στο οξύ στεγαστικό πρόβλημα των νέων και της ακαδημαϊκής κοινότητας.
3) Φορολογικά κίνητρα προς τους ιδιοκτήτες, με στόχο τη μείωση ή τη συγκράτηση του μισθώματος κατά την ανανέωση των συμβολαίων με τον ίδιο ενοικιαστή.
4) Επιδότηση ανακαίνισης κλειστών ή παλαιών κατοικιών, ιδίως σε περιοχές υψηλής ζήτησης, για ιδιοκτήτες που δεν διαθέτουν ίδια κεφάλαια ή πρόσβαση σε δανεισμό. Με προϋπόθεση τα ακίνητα να διατεθούν σε κοινωνικά προσιτές τιμές, αυξάνοντας τη διαθεσιμότητα προσιτής κατοικίας.
Οι παραπάνω λύσεις δεν απαντούν μόνο στο σήμερα, αλλά χτίζουν τις βάσεις για μια δίκαιη και βιώσιμη στεγαστική πολιτική. Διότι η στέγη δεν είναι προνόμιο – είναι θεμελιώδες κοινωνικό δικαίωμα.
* Πρόεδρος του Πανελλαδικού Δικτύου E-Real Estates
