Θα ήθελα να ανασύρω από το 1988 την ακαδημαϊκή έμπνευση των Aberbach & Rockman στο έργο τους «Mandates or Mandarins? Control and Discretion in the Modern Administrative State» και να βρεθούμε αντιμέτωποι με τον πολιτικό όρο της «εντολής». Μια σιωπηλή, διττή σημασία. Ενίοτε δηλώνει εξουσιοδότηση, την άδεια να διαχειριστεί κανείς κάτι που δεν του ανήκει. Αλλοτε δηλώνει παραγγελία, δηλαδή την εντολή να πράξει όπως κρίνει.
Εξάλλου, πού αλλού θα μπορούσε να έγκειται το δημοκρατικό έρεισμα των λαϊκών επιλογών αν όχι στα όρια της εξουσιοδότησης που παρέχει μια εκλογική νίκη σε όσους την κερδίζουν; Μια εκλογική νίκη, ανεξαρτήτως ποσοστού, είναι διαδικασία ανάδειξης και όχι επικύρωσης. Δίνει δικαίωμα διαχείρισης, όχι ιδιοκτησίας. Κανένα ποσοστό δεν συνιστά λευκή επιταγή. Αποτελεί προσωρινή εξουσιοδότηση, υπό όρους που προϋπάρχουν της ψήφου και επιβιώνουν αυτής: το Σύνταγμα, τους νόμους, τους θεσμούς, την ίδια τη μειοψηφία που είναι ο αυριανός δυνητικός κυρίαρχος.
Η εκλογή δεν καθιστά άκυρη την κριτική. Η κριτική δεν προσβάλλει τη λαϊκή βούληση· αντιθέτως, την υπηρετεί εκ φύσεως. Ο κοινοβουλευτικός έλεγχος, η δικαστική εξέταση, η ενδελεχής δημοσιογραφική παρατήρηση και η ενεργός κοινωνία των πολιτών συνιστούν την ίδια την εντολή στην πλήρη της μορφή και όχι εμπόδια αυτής. Οποιος αντιμετωπίζει την εκλογή του ως απαλλαγή από τη λογοδοσία έχει ήδη αναθεωρήσει τη δημοκρατία σε κάτι άλλο, πριν ακόμη παραβεί νόμο. Η αντιδημοκρατική νοοτροπία προηγείται της αντιδημοκρατικής πράξης. Εκδηλώνεται στη μικρή, καθημερινή περιφρόνηση όσων ελέγχουν και διαφωνούν, οι οποίοι παρουσιάζονται ως άνθρωποι που «δεν κατανόησαν το αποτέλεσμα». Αυτή είναι η εκδήλωση ενός παραδημοκρατικού σιμουλάκρου: το «δίκαιο» του ισχυρού, έννοια η οποία δανείζει το κύρος της σε μια σχέση που ουσιωδώς το στερείται.
Ο,τι ξεκινά ως στάση απέναντι στη λογοδοσία καταλήγει ως στάση απέναντι στο ίδιο το κράτος. Οταν η εκλογική νίκη γίνεται αντιληπτή ως ιδιοκτησία, το κράτος αντιμετωπίζεται βαθμιαία ως παράρτημά της. Η διάκριση ανάμεσα σε αυτό που ανήκει στο κόμμα και σε αυτό που ανήκει στο κοινό επισκοτίζεται. Οι θεσμοί που ιδρύθηκαν για να ελέγχουν την εξουσία στελεχώνονται από ανθρώπους της· οι αποφάσεις που αφορούν όλους λαμβάνονται μεταξύ λίγων· η αξιοκρατία καταλήγει διακήρυξη όπου βολεύει και υποσημείωση όπου ενοχλεί. Ακόμη και ο νόμος, που θα έπρεπε να προηγείται των κυβερνώντων, αρχίζει να συντάσσεται σαν υπηρέτης τους. Σε τέτοιες συνθήκες, ο δρόμος από το γραφείο του εισαγγελέα στο μαντείο αρχίζει να μοιάζει συντομότερος από όσο θα έπρεπε.
Η ειλικρίνεια προστάζει μια παραδοχή που σπανίως γίνεται: το φαινόμενο δεν συνιστά ιστορική πρωτοτυπία. Αποτελεί τη διαγενεακή παρακαταθήκη του κομματικού συστήματος επί δεκαετίες. Γενεές επί γενεών κυβερνώντων το κληρονομούν και, αντί να το περιορίζουν, το εκσυγχρονίζουν. Η όποια ελπίδα για μια εξευρωπαϊστική μεταρρύθμιση ήταν καταδικασμένη να ηττάται έμπροσθεν του πελατειασμού και του νεποτισμού, οι οποίοι αναδείχθηκαν σε κουλτούρα διακυβέρνησης, τόσο για τον εξουσιαστή όσο και για τον εξουσιαζόμενο.
Η μεταστατικότητα μιας τέτοιας δημοκρατικής ανωμαλίας (καθότι δεν θα εκπέσει το Sollen από τη συχνότητα του Sein) φέρει δύο παρεκτροπές που τη διακρίνουν.
Πρώτον, η τεχνοκρατική καρικατούρα κατά την οποία ό,τι προγενέστερα έφερε αίσθημα καταισχύνης διατυπώνεται στη γλώσσα της αποτελεσματικότητας, της ευελιξίας, της επιτελικής κρατικής λειτουργίας. Η ίδια πρακτική ντύνεται με λεξιλόγιο που την καθιστά δημοσίως ανεκτή. Δεύτερον, η εξωστρέφεια αντικαθιστά την κρυψίνοια. Οι προγενέστερες εκδοχές του φαινομένου επιζητούσαν την αφάνεια, ενώ υπό την παρεκτροπή λειτουργούν δημοσίως, σχεδόν αυτοεπιβεβαιωτικά, σαν να αναμένουν την αναγνώριση και όχι τη συγκάλυψη. Είναι η στιγμή που η παρέκκλιση εγκαθιδρύεται ως κανόνας.
Η δημοκρατία δεν καταρρέει με πραξικοπήματα όσων ποτέ δεν είχαν το σθένος να την κατανοήσουν. Καταρρέει με συνήθεια, καθώς πρωτίστως συνιστά ήθος και ως τέτοιο ασκείται από τους πολίτες της. Καταρρέει με τη σταδιακή κανονικοποίηση συμπεριφορών, με την αντικατάσταση της αγανάκτησης από την απογοήτευση και της απογοήτευσης από την παραίτηση. Οι συμπεριφορικές ακολουθίες των πολιτών δίνουν τον παλμό του πολιτεύματος κατά τρόπο τέτοιο, ώστε οι ανάγκες τους να ανάγονται σε επιθυμίες και οι φοβίες τους σε προστάγματα· στην αναστροφή τους, αναδύεται η δυνατότητα της δημοκρατικής ανασύστασης. Αυτό το συλλογικό βίωμα επανορθώνει τα πολιτεύματα μέσω μιας απαίτησης: ότι η εξουσία είναι παραχώρηση και όχι κατοχή, ότι οι θεσμοί ανήκουν στη δημόσια σφαίρα. Η ψήφος δεν τερματίζει τον πολιτικό ρόλο του πολίτη, τον εγκαινιάζει.
* Σύμβουλος Πολιτικής/Αναλυτής Πληροφοριών, επιστημονικός σύμβουλος του μηνιαίου δελτίου της Inter Alia «Στρέφοντας το βλέμμα στην Ευρώπη»
