Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Η δημόσια συζήτηση γύρω από τον Ν. 5089/2024 που προσπαθεί να ανοίξει ο βουλευτής της Ν.Δ. Μίλτος Χρυσομάλλης με πρόσφατη αρθρογραφία του («Να καταργηθεί ο νόμος για τα ομόφυλα ζευγάρια», «Απογευματινή») και τη λεγόμενη «επιβεβαίωση» των επικριτών του μέσω πρόσφατης απόφασης του Συμβουλίου της Επικρατείας αποτελεί ξεκάθαρα χαρακτηριστικό παράδειγμα επιλεκτικής ανάγνωσης του δικαίου και συνειδητής σύγχυσης της κοινής γνώμης. Διότι η απόφαση του ΣτΕ δεν έκρινε αντισυνταγματική τη νομοθετική πρωτοβουλία για την ισότητα στον γάμο, ούτε περιόρισε τη διακριτική ευχέρεια του νομοθέτη να ρυθμίζει το οικογενειακό δίκαιο με όρους ισότητας. Αντιθέτως, επιβεβαίωσε ακριβώς αυτό, ότι ο κοινός νομοθέτης δύναται να επεκτείνει δικαιώματα, και ότι όταν το πράττει, οφείλει να το κάνει με συνέπεια και χωρίς διακρίσεις.

Η αναφορά στην «αυτόθροη» συνέπεια της υιοθεσίας αποτελεί την αυτονόητη εφαρμογή της αρχής της ισότητας. Δεν είναι δυνατόν να αναγνωρίζεται ένας θεσμός, όπως είναι ο γάμος, και ταυτόχρονα να αποκόπτονται από αυτόν βασικές νομικές συνέπειες, όπως η γονεϊκότητα. Οποιαδήποτε άλλη προσέγγιση θα συνιστούσε ευθεία παραβίαση της ίσης μεταχείρισης.

Αντίστοιχα παραπλανητική είναι και η επίκληση της νομολογίας του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Είναι πράγματι ακριβές ότι το Δικαστήριο δεν επιβάλλει στα κράτη την υποχρέωση θέσπισης γάμου ομόφυλων ζευγαριών. Είναι όμως εξίσου ακριβές και συστηματικά αποσιωπάται ότι αναγνωρίζει τα ομόφυλα ζευγάρια ως οικογένεια και υποχρεώνει τα κράτη να διασφαλίζουν την ουσιαστική νομική τους προστασία. Η νομολογία του έχει καταστήσει σαφές ότι, όταν ένα κράτος επιλέγει να ρυθμίσει ένα πεδίο δικαιωμάτων, δεν μπορεί να το πράττει με όρους αποκλεισμού. Η επίκληση, δε, της «ηθικής» ως λόγου περιορισμού δικαιωμάτων, χωρίς τη συνεκτίμηση της αρχής της αναλογικότητας και της σύγχρονης ευρωπαϊκής εξέλιξης, δεν συνιστά νομική επιχειρηματολογία αλλά αναχρονιστική ρητορική.

Ο ισχυρισμός ότι δεν υφίσταται δικαίωμα οικογενειακής ζωής για τα ομόφυλα ζευγάρια αγνοεί ευθέως το Αρθρο 8 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), καθώς και το Αρθρο 21 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ενωσης, που απαγορεύει ρητά τις διακρίσεις λόγω σεξουαλικού προσανατολισμού. Η έννοια της οικογένειας δεν είναι στατική ούτε περιορίζεται σε ετεροκανονικά πρότυπα. Εχει ήδη επανανοηματοδοτηθεί μέσα από τη νομολογία και τη διεθνή προστασία των δικαιωμάτων.

Ακόμη πιο προβληματική είναι η επίκληση της δήθεν έλλειψης επιστημονικών δεδομένων ως προς την ανάπτυξη παιδιών σε οικογένειες ομόφυλων γονέων. Η διεθνής επιστημονική κοινότητα, μέσω οργανισμών όπως η Αμερικανική Ψυχολογική Εταιρεία αλλά και ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (ΠΟΥ), έχει εδώ και χρόνια καταλήξει ότι δεν υπάρχει αρνητική επίδραση στην ανάπτυξη των παιδιών αυτών. Το αντίθετο μάλιστα, η έμφαση δίνεται στην ποιότητα της φροντίδας, στη σταθερότητα και στην ασφάλεια του περιβάλλοντος. Η επαναφορά λοιπόν ατεκμηρίωτων ισχυρισμών αποτελεί ξεκάθαρα μια ιδεολογική επιλογή.

Επίσης, η συζήτηση περί «ουδετεροποίησης» των όρων στα δημόσια έγγραφα εντάσσεται στην ίδια στρατηγική φόβου. Η προσαρμογή της διοικητικής πρακτικής ώστε να αντανακλά την κοινωνική και νομική πραγματικότητα δεν αφαιρεί δικαιώματα από κανένα άτομο, αντιθέτως διασφαλίζει ότι δεν αποκλείεται κανένα απολύτως πρόσωπο. Η ρητορική περί «γονέας 1» και «γονέας 2» χρησιμοποιείται ως πολιτικό σκιάχτρο, χωρίς να ανταποκρίνεται στην πραγματική λειτουργία του δικαίου.

Επιπλέον, το επιχείρημα ότι δήθεν εξαπατήθηκε η Βουλή, αλλά και η ίδια η κοινωνία, παραγνωρίζει μια βασική αρχή, ότι το δίκαιο δεν είναι στατικό. Οι έννομες συνέπειες μιας ρύθμισης δεν αποτελούν παρεκκλίσεις, αλλά αναγκαίες εκφάνσεις της εφαρμογής της. Η ίση μεταχείριση δεν ενεργοποιείται επιλεκτικά, κύριε Χρυσομάλλη, αλλά λειτουργεί οριζόντια.

Τέλος, ο όρος «άκρατος δικαιωματισμός» είναι βαθιά πολιτικός. Χρησιμοποιείται για να απονομιμοποιήσει τη διεκδίκηση θεμελιωδών δικαιωμάτων και να παρουσιάσει την ισότητα ως υπερβολή. Ομως η προστασία των ΛΟΑΤΚΙ+ ατόμων δεν είναι ιδεολογική επιλογή, είναι υποχρέωση που απορρέει από το κράτος δικαίου και τις διεθνείς δεσμεύσεις της χώρας. Η Εθνική Επιτροπή για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕΕΔΑ) έχει επανειλημμένα υπογραμμίσει την ανάγκη για πλήρη ισότητα και ουσιαστική άρση των διακρίσεων, όχι ως μια πολιτική επιλογή, αλλά ως θεσμική αναγκαιότητα.

Καμία δημοκρατία δεν απειλείται από την επέκταση των δικαιωμάτων. Αντιθέτως, απειλείται από την επιλεκτική εφαρμογή τους. Και όταν η ισότητα παρουσιάζεται ως κίνδυνος, τότε το πρόβλημα δεν βρίσκεται στα δικαιώματα, αλλά στην άρνηση της αποδοχής τους.

* Ειδική σύμβουλος/εκπαιδεύτρια σε θέματα DEI, ΛΟΑΤΚΙ+, Ισότητας Φύλων και Κοινωνικής Βιωσιμότητας στον Επιχειρηματικό Κόσμο